how to Disable cut, copy, paste, right click and context menu using Javascript Funerary & Biological Archaeology, Forensic Anthropology, Palaeopathology: April 2007

20 April 2007

The Environmental Remains and Burials from Neolithic and Chalcolithic Cyprus

Guarded by 
Plagiarisma.Net


Page copy protected against web site content infringement by Copyscape

This paper has been published originally in the "Ancient Cyprus Web Project" and should be referenced as:

Tsaliki A. (2000) Περιβαλλοντικά Κατάλοιπα και Ταφές από τη Νεολιθική και Χαλκολιθική Κύπρο [Environmental Remains and Burials from Neolithic and Chalcolithic Cyprus (in Greek with English abstract)], Ancient Cyprus Web Project, Web document:
http://www.ancientcyprus.ac.uk/papers/Tsaliki1/page1.html

The paper is a revised version of my Graduate thesis (Grade A), Dept. of Archaeology, University of Athens (1996): “Το Περιβαλλοντικό Υλικό από τη Νεολιθική και Χαλκολιθική Κύπρο, με Έμφαση στις Ταφές" [The Environmental Material from Neolithic and Chalcolithic Cyprus, with Emphasis on Burials” (in Greek)].

Special thanks are due to Profs. E. Mantzourani and L. Karali from Athens University for years of support and teaching. I would also like to thank Ms Freya Horsfield for the initial publication of my paper online.


Abstract
 
A plethora of important volumes and papers regarding ancient Cyprus have been published, so the interested reader should consult the bibliography at the end of this article.
The objective of the present work is to gather and present published information on the most famous Neolithic and Chalcolithic Cypriot sites. However, instead of dealing with architectural remains and artifacts, it focuses on environment and on organic remains, which often lack the reader’s attention as if they were of secondary importance. Therefore, data on topography, geology, climate, hydrology, and research on faunal, floral and human skeletal remains are presented.
This paper is based on Greek, English and French publications. One of the aims is to correspond the most often mentioned Latin terms with their Greek and English equivalent, when possible, since trilingual or multilingual dictionaries and glossaries covering the disciplines of biology, physical anthropology, geology and ecology are few to non-existent.


Page copy protected against web site content infringement by Copyscape

Guarded by 
Plagiarisma.Net


Περιβαλλοντικά Κατάλοιπα και Ταφές από τη Νεολιθική και Χαλκολιθική Κύπρο
Περίληψη:

Για την Προϊστορική Κύπρο έχουν γραφεί αξιόλογες εργασίες και δημοσιεύσεις ανασκαφών. Το παρόν κείμενο αναφέρεται στις πιο γνωστές Νεολιθικές και Χαλκολιθικές θέσεις και θέτει ως στόχο να μεταθέσει την εστία προσοχής από την αρχιτεκτονική και τα τέχνεργα στο περιβάλλον και στα οργανικά κατάλοιπα. Εξετάζονται τομείς όπως η τοπογραφία, η γεωλογία, το κλίμα, η υδρολογία, η μελέτη των ζωικών και φυτικών καταλοίπων, και οι ταφές με τα ανθρώπινα σκελετικά κατάλοιπα.




Εισαγωγή

Σύμφωνα με τα αρχαιολογικά δεδομένα, η Κύπρος παρέμενε ακατοίκητη εώς το 7000 πΧ, ενώ στη Μικρά Ασία, στις ακτές της Συρίας και στο Αιγαίο ήδη εμφανίζονται μικροί οργανωμένοι οικισμοί (Hunt 1990).

Όμως, σε μια βραχοσκεπή στην περιοχή Αετόκρημνος της χερσονήσου του Ακροτηριού αποκαλύπτονται σημάδια της παρουσίας ανθρώπου στην Κύπρο από το 8500 πΧ. Συγκεκριμένα, ανακαλύφθηκαν χιλιάδες οστά από τα εξαφανισμένα σήμερα είδη Ελέφαντας Πυγμαίος και Ιπποπόταμος Πυγμαίος. Τα οστά ανήκαν σε ζώα όλων των ηλικιών, δεν ήταν σε θέση άρθρωσης μεταξύ τους, και το ένα τέταρτο περίπου είχε ίχνη καύσης. Στη θέση βρέθηκαν επίσης χιλιάδες εδώδιμα θαλάσσια όστρεα, λίθινα τέχνεργα, εργαλεία, και κοσμήματα, χάνδρες από όστρεο και εστίες. Η θέση Αετόκρημνος είναι πολύ καλά χρονολογημένη και φαίνεται ότι κατοικήθηκε για μικρό χρονικό διάστημα στα μέσα της 9ης χιλιετίας πΧ από νομάδες κυνηγούς-τροφοσυλλέκτες (Hunt 1990, Simmons and Reese 1993).

[Update 2012: Για νεότερα δεδομένα σχετικά με την κατοίκηση της Κύπρου δείτε εδώ (ελληνικά)  εδώ (français) και εδώ (English) σχετικά με τη θέση "Κλήμονας" ]

Νεολιθικοί και Χαλκολιθικοί οικισμοί

Πριν το 6000 πΧ εμφανίστηκε στην Κύπρο μια σημαντική σειρά σχετιζόμενων κοινοτήτων, όπως η Ακεραμεική Χοιροκοιτία. Οι οικισμοί παρουσιάζουν συγκεκριμένη δομή με κυκλικά κτήρια και άλλα κοινά χαρακτηριστικά. Η επόμενη καταγεγραμμένη ενότητα είναι η «Ομάδα της Σωτήρας», γύρω στο 4500-3800 πΧ. Οι τοίχοι των οικιών είναι πιο λεπτοί και η κάτοψη τείνει προς τον τετραγωνισμό. Εμφανίζεται οπτή και διάκοσμη κεραμεική, αλλά δεν υπάρχουν δεδομένα για εξωτερικό εμπόριο. Περίπου το 4000/3800 πΧ η λεγόμενη «Ομάδα της Ερήμης» εισάγει την Χαλκολιθική περίοδο και την επεξεργασία του μετάλλου για πρώτη φορά. Σπάνιος πια ο οψιανός προέρχεται σχεδόν σίγουρα από την Ανατολία, πράγμα που φανερώνει και τη διάνοιξη διαθαλάσσιων συναλλαγών. Στην Ύστερη Χαλκοκρατία τα ταφικά έθιμα άλλαξαν ριζικά. Από τις λακκοειδείς ταφές γίνεται σταδιακό πέρασμα στους θαλαμοειδείς τάφους και στις τεφροδόχους, παράδοση ήδη πολύ διαδεδομένη στην Ανατολία. Τελικά, οι περισσότεροι Χαλκολιθικοί οικισμοί εγκαταλείφθηκαν και η Λέμπα καταστράφηκε από πυρκαγιά (Peltenburg 1990). Μετά τη γενική αυτή επισκόπηση, συγκεκριμένες θέσεις θα εξετασθούν αναλυτικά.


Χοιροκοιτία

Από τοπογραφικής απόψεως, ο λόφος όπου βρίσκεται ο αρχαίος οικισμός θεωρείται προνομιούχος περιοχή, και βρίσκεται κοντά στον ποταμό Μαρονιού.

1. Η Χοιροκοιτία του Πορφύριου Δίκαιου

Ο Δίκαιος (1953) έφερε στο φως με την ανασκαφή του πολλά οργανικά κατάλοιπα και σημαντικές ταφές. Αποκάλυψε εστίες έξι διαφορετικών τύπων γεμάτες με τέφρα, ξυλάνθρακα και οστά ζώων in situ, προφανώς κατάλοιπα γευμάτων. Τρεις λιθόστρωτες εστίες είχαν τοποθετηθεί σε θέση ταφών. Δύο από αυτές ίσως συνδέονται με ανθρωποθυσίες. Στο ‘θόλο’ ΧV(II), δάπεδο XII, η εστία τοποθετήθηκε στο άνω τμήμα μιας ταφής που ανήκει στο δάπεδο XIII και η οποία θεωρήθηκε ανθρωποθυσία ως τελετουργία γερής θεμελίωσης (foundation rite). Στο ‘θόλο’ XLVIII, δάπεδο ΙΙΙ, η εστία βρίσκεται στο κέντρο και ακριβώς πάνω από το μικρό τάφο ενός παιδιού. Η ταφή αυτή θεωρείται ανθρωποθυσία για δημιουργία νέου δαπέδου και επανατοποθέτηση της εστίας (Dikaios 1953).

Γενικά, οι νεκροί, ενήλικες ή παιδιά, θάβονταν σε λακκοειδείς ρηχούς τάφους σκαμμένους στα δάπεδα. Στα ύστερα στάδια του οικισμού παρατηρείται αυξημένη θνησιμότητα, ιδίως ενηλίκων, με διπλές και τριπλές ταφές. Οι νεκροί βρίσκονται σε συνεσταλμένη στάση με ποικίλο βαθμό συστολής. Σε κάποιες ταφές, μυλόπετρες ή μεγάλοι επίπεδοι λίθοι είχαν τοποθετηθεί επίτηδες στην κεφαλή ή σε άλλα μέρη του σώματος. Η τελετουργία αυτή φαίνεται να δηλώνει νεκροφοβία (οπ. ανωτ.). Γενικά, είναι φανερή κάποια «έμφαση στα κρανία» (skull emphasis), και μία εναλλακτική ερμηνεία είναι ότι ίσως η τοποθέτηση λίθων πάνω στα κρανία είχε ως σκοπό σε κάποιες περιπτώσεις να καλύψει (να ‘προστατέψει’ ή να κρύψει ?) το κεφάλι ή το πρόσωπο του νεκρού (Niklasson 1991).

Οι ταφονομικές συνθήκες ευθύνονται για τον κατακερματισμό των σκελετικών καταλοίπων και την παραμόρφωση των κρανίων σε πολλές περιπτώσεις. Όμως, τα κεφάλια των Νεολιθικών κατοίκων συχνά παραμορφώνονταν εκ προθέσεως κατά τη νηπιακή ηλικία. Τα φαινόμενα αυτά δυσκολεύουν τις συγκρίσεις και τις κρανιακές μετρήσεις. Η κρανιακή παραμόρφωση ανήκει μόνο στον ινιακό τύπο, προφανώς με την άσκηση πίεσης, ίσως με σανίδες, με σκοπό την επιπεδοποίηση του πίσω μέρους της κεφαλής. Η παραμόρφωση παρουσιάζεται έντονη στο γυναικείο φύλο. Η μέση ηλικία θανάτου υπολογίσθηκε στα 35,2 έτη για 39 ενήλικες άρρενες και στα 33,6 έτη για 35 γυναίκες. Χρησιμοποιώντας όχι απόλυτα ακριβείς μετρήσεις του μηρού και του βραχίονα σε δυο περιπτώσεις, το ύψος 4 ανδρών υπολογίσθηκε περίπου στα 161,4 εκ. και τριών γυναικών στα 151 εκ. (Pearson Formula) (Angel 1953). Πρέπει όμως να σημειωθεί ότι αν και ο Angel προσέφερε μεγάλης αξίας έργο μελετώντας τα αρχαία ανθρώπινα σκελετικά κατάλοιπα σε εποχές που το αρχαιολογικό ενδιαφέρον επικεντρωνόταν αποκλειστικά στα τέχνεργα, όντας κατ’ αυτό τον τρόπο ένας πραγματικός πρωτοπόρος, πολλές από τις ανθρωπολογικές μεθόδους της εποχής του έχουν αναθεωρηθεί σήμερα. Τα πορίσματα του Angel καταλήγουν στο ότι αυτοί οι πρώτοι άποικοι της Κύπρου είχαν βραχείς και στρογγυλούς κρανιακούς θόλους, λίγο πιο πάνω από το μέσο ύψος. Τα μέτωπα ήταν ευρέα, υψηλά και κάθετα, χωρίς τονισμένα υπερόφρυα τόξα και με ελαφριά κοίλανση πάνω από τη ρίζα της μύτης. Τα πρόσωπα ήταν ευρέα αλλά βραχέα, συχνά εξαγωνικά. Το άνω προφίλ του προσώπου δεν προεξέχει. Οι οφθαλμικές κόγχες ήταν πλατιές και ποικιλοτρόπως υψηλές με ευρύ μεσοδιάστημα. Αν και η μύτη δεν ήταν έντονη, ήταν στενή. Τα δόντια βρέθηκαν σε πολύ καλή κατάσταση. Παρατηρήθηκε καλή μυϊκή ανάπτυξη της στοματικής κοιλότητας. Οι γομφίοι είναι σπανίως φθαρμένοι εώς την οδοντίνη. Η φθορά των δοντιών ως δείκτης δίαιτας αποκαλύπτει ότι οι τροφές του χωριού ήταν πιο μαλακές από τις αναμενόμενες κατά τη Νεολιθική περίοδο. Εντούτοις, ίσως ο πληθυσμός να είχε σμάλτο πιο σκληρό από το σύνηθες (οπ. ανωτ.).

Τα οστά των θηλαστικών ανήκουν στα είδη:
• Capra hircus aegagrus: αίγαγρος (Pasang or Grecian Ibex)
• Dama mesopotamica: δάμα (Fallow deer), είδος ελαφιού που σήμερα έχει εκλείψει.
• Ovis / Capra: πρόβατο / αίγα
• Ovis orientalis orientalis: άγριο Κυπριακό πρόβατο που ζει ακόμη στο νησί
• Sus scrofa: χοίρος, πιθανώς αγριόχοιρος.
(King 1953)

Τα όστρεα που βρέθηκαν ανήκουν στα είδη:
Cassis sulcosa Brug., Charonia lampas L., Collumella sp., Conus coronatus Gmelin , Cymatium olearium Desh., Cypraea lurida L., Monodonta turbinatus Born., Murex trunculus L., Pectunculus pilosus Lamk., Pectunculus sp., Spondylus gaederopus L. , Thais haemastoma Lamk.

Η μεγάλη ποσότητα των ειδών Monodonta turbinatus Born. (Tροχός) και Murex trunculus L. (Πορφύρα), καθώς και η κατάστασή τους φανερώνουν ότι μάλλον αποτελούσαν τροφή. Το είδος Τρίτωνα (Charonia lampas Linn.) μπορούσε να χρησιμεύσει ως αγγείο με την εξαγωγή των εσωτερικών σπειρών. Βρέθηκαν και τα απολιθωμένα είδη οστρέων: Strombus coronatus Defrance, Crassostrea gryphoides Schlotheim, Isocardia cor. L. var. maveriana Cocconi, καθώς και τμήμα από απολιθωμένο κοράλλι που προέρχεται από το Μειόκαινο (Wilkins 1953).


2. Οι ανασκαφές του A. le Brun

Στη διάρκεια των ετών 1977-1981, γεωφυσικές μέθοδοι και έρευνα επιφανείας καθόρισαν τα δυτικά όρια της θέσης της Χοιροκοιτίας. Ο όρος ‘θόλος’ εγκαταλείφθηκε ως ανακριβής από τους Γάλλους και ονόμασαν τις οικίες που ανακάλυψαν ‘structures’. Επίσης, η κατασκευή που ο Δίκαιος είχε εκλάβει ως τον κεντρικό δρόμο αναθεωρήθηκε ως τείχος και ονoμάσθηκε ‘mur 100’ (Le Brun 1984).

Καταμετρήθηκαν 29 πρωτογενείς λακκοειδείς ταφές, παιδιών και ενηλίκων, σκαμμένες στο εσωτερικό των κτηρίων. Η ποικιλομορφία των στάσεων - συνεσταλμένη ή σύσφιγκτη, με το σώμα να κείται στη δεξιά ή την αριστερή πλευρά ή πρηνηδόν -, η έλλειψη ιδιαίτερου προσανατολισμού της κεφαλής, και το γεγονός ότι το κρανίο κάποτε δεν βρίσκεται αρθρωμένο ως προς το σώμα οδήγησαν στην υπόθεση ότι η σορός πριν ταφεί είχε τοποθετηθεί σε περιτύλιγμα ζωικής ή φυτικής ύλης (οπ. ανωτ.).

Σχετικά με τα ζωικά κατάλοιπα, ο Davis (1984) βασιζόμενος μερικώς και στη μελέτη του King (1953) δηλώνει ότι δε βρήκε αξιόπιστα στοιχεία σχετικά με την άγρια αίγα (pasang), επομένως θεωρεί την κατάσταση της αιγός ως αδιάγνωστη. Προκύπτει ότι ο Προϊστορικός άνθρωπος εισήγε στο νησί, πιθανώς με βάρκες, μικρό αριθμό νέων ειδών θηλαστικών , τα οποία αναπαρήχθησαν. Τα ζώα στη Χοιροκοιτία δεν εμφανίζουν σημαντικές βιολογικές μορφολογικές αλλαγές, εκτός από την παρουσία μιας σπάνιας οδοντικής ανωμαλίας στα πρόβατα. Τα είδη των θηλαστικών που βρέθηκαν στη Χοιροκοιτία είναι: ελάφι, πρόβατο, αίγα, χοίρος και αλεπού. Τα τέσσερα πρώτα είδη αποτελούσαν την κύρια πηγή κρέατος. Η πλειονότητα των οστών ήταν θραυσμένη, πιθανώς για την εξαγωγή του μυελού. Η απουσία βοοειδών, ιπποειδών και κυρίως του κυνός, είδη που έχουν βρεθεί συχνά στην Εγγύς Ανατολή, είναι αινιγματική. Ο χοίρος έχει μέσο μέγεθος σε σχέση με τους σημερινούς Ισραηλινούς αγριόχοιρους και τα μικρά πλήρως εξημερωμένα γουρούνια. Πιθανώς οι χοίροι στη Χοιροκοιτία να αντιπροσωπεύουν μια πρώιμη γενιά εξημερωμένων γουρουνιών, αλλά ίσως και να εμπλέκεται ο πολύπλοκος παράγων της μείωσης του μεγέθους κάποιων ειδών στα νησιά (island dwarfing). Το μεγάλο μέγεθος και το σχήμα των πυρήνων των κεράτων ‘μη εξημερωμένου τύπου’ αποτελούν ενδείξεις πρωιμότητας και ‘μεταβατικότητας των Νεολιθικών προβάτων στη θέση. Όμως το μεγάλο μέγεθος των αιγών και το σχήμα των οστέινων πυρήνων των κεράτων τους θέτουν το δυσεπίλυτο πρόβλημα της άγριας ή όχι κατάστασής τους (Davis 1984).

Μερικά σκελετικά κατάλοιπα πουλιών μαρτυρούν την παρουσία τριών ειδών:
Columba palumbus L. (φάσα), Corvus corone L. (κουρούνα) και Ciconia ciconia L. (άσπρος πελαργός). Ο πελαργός είναι μεταναστευτικό πτηνό μεγάλων αποστάσεων. Οι Ευρωπαϊκοί πληθυσμοί χωρίζονται σε δυο τμήματα στο τέλος του καλοκαιριού με σκοπό να φτάσουν στην Αφρική. Η παρουσία τους στην Κύπρο είναι τυχαία. Είναι πτηνά που βαδίζουν αργά, προσεγγίζονται εύκολα, και τρωτά στις κυνηγετικές παγίδες (εποχιακό κυνήγι). Το αγριοπερίστερο (φάσα) είναι το πιο μεγάλο περιστέρι, και η οικολογική του φωλεά είναι τα δασώδη μέρη (Pichon 1984).

Βρέθηκαν 58 οστά και θραύσματα οστών από ψάρια. Πιθανώς αντιστοιχούν στο γένος Επινέφελος (είδος: ροφός) ή στο γένος Σπάρος (είδος: τσιπούρα). Τα κατάλοιπα αντιστοιχούν σε άτομα μεγάλου μεγέθους και τα αναφερόμενα είδη απαντούν σε ακτές με βραχώδη βυθό (Desse 1984).

Τα όστρεα ανήκουν σε πολλά είδη, διαφορετικά μεγέθη, άλλα φέρουν ίχνη καύσης και άλλα είναι απολιθωμένα. Τα είδη συνοψίζονται στον πίνακα 1.

ΠΙΝΑΚΑΣ 1
ΓΑΣΤΕΡΟΠΟΔΑ:
Α) Θαλάσσια
Bittium reticulatum
Cassis sulcosa
Cerithium vulgatum
Charonia variagata
Columbella rustica
Conus mediterraneus
Cymatium corrigatum
Cypraea lurida
Cypraea spurca
Monodonta articulata
Monodonta turbinata
Murex brandaris
Murex trunculus
Nassa gibbosa
Pyrenella conica
Thais haemastoma
Turritella communis
Turritella triplicata
Β) Χερσαία
Ena carneus
Helix cincta
Theba sp.
Γ) Γλυκού νερού
Melanopsis praemorsa

ΣΚΑΦΟΠΟΔΑ:
Dentalium dentale
Dentalium rubescens
Dentalium vulgare

ΔΙΘΥΡΑ (LAMELLIBRANCHIATA):
Cardium (Acanthocardia) tuberculatum
Chama sp. Cerastoderma Lamarckii
Glycimeris pilosa
Glycimeris violescens
Pinna nobilis
Pitaria chione
Spondylus gaederopus

Τα περισσότερα γαστερόποδα ανήκουν σε είδη που δε συνελέχθησαν για τροφή, αλλά μάλλον για την ελκυστική τους εμφάνιση. Μόνο τα Helix cincta (χερσαίο σαλιγκάρι) και ίσως τα Monodonta (‘τροχός’) θα μπορούσαν να καταγραφούν ως τροφή. Είναι αρκετά άφθονα και εύκολα στη συλλογή (Demetropoulos 1984).

Για τη συλλογή των φυτών εφαρμόσθηκε η μέθοδος της επίπλευσης. Κατατασσόμενα κατά οικογένειες:

Α) Graminae:
• Triticum monococcum (μονόκοκκο σιτάρι /einkorn wheat). Είναι το είδος που απαντά πιο συχνά στη Χοιροκοιτία.
• Hordeum vulgare (κριθάρι/barley). Κριθάρι καλλιεργημένο σε εξάστοιχη μορφή.
• Lolium sp. (σίκαλη-ήρα). Πρόκειται για το γένος όπου ανήκει η σίκαλη. Πιθανώς εδώ αντιπροσωπεύεται είδος σίκαλης που αποτελεί ζιζάνιο (ryegrass) και είχε μεγάλη αξία ως βοσκή.

Β) Leguminosae:
• Lens sp. (φακή/lentil)

Γ) Oleaceae
• Olea europea (ελιά). Δεν μπορεί να καθορισθεί μόνο από τη μορφολογία αν τα δείγματα αντιπροσωπεύουν άγρια ή ήμερη ελιά.

Δ) Malvaceae
• Malva (μολόχα/mallow).

Ξυλάνθρακας εμφανίστηκε λιγοστός στα δείγματα, και σε τμήματα όχι μεγαλύτερα των 2 χιλ. Αναγνωρίσθηκαν πιθανώς πεύκο (Pinus), δρυς (Quercus), χαρουπιά (Ceratonia siliqua) και ελιά (Olea europaea). Όλα τα προαναφερθέντα φυτά φυτρώνουν και σήμερα στην περιοχή. Τα λίγα κατάλοιπα ξυλάνθρακα είναι πιθανώς υπολείμματα ξύλου ως καύσιμη ύλη, μια και στη θέση δεν υπάρχουν ίχνη πυρκαγιάς. Οι απανθρακωμένοι σπόροι είναι ενδεικτικοί ενός τύπου οικονομίας που χαρακτηρίζεται από καλλιεργημένα φυτά και εκμετάλλευση δέντρων με καρπούς (Miller 1984).

O Le Brun συνέχισε τις ανασκαφές το 1983-1986, όπου και ήρθαν στο φως νέα στρώματα που δεν είχαν ερευνηθεί μέχρι τότε, κυρίως στα ανατολικά της προανασκαφείσας περιοχής. Ανασκάφηκαν 30 ταφές που δεν εμφανίζουν διαφορές στις ταφικές πρακτικές (Le Brun 1989).

Από την ανασκαφική χρονιά 1983 εφαρμόστηκε πρόγραμμα υγρού κοσκινίσματος επιλεγμένων δειγμάτων, τόσο στη Χοιροκοιτία όσο και στον Απ. Ανδρέα Κάστρο, με σκοπό την αποκομιδή καταλοίπων μικρών ζώων. Το 95% των θραυσμένων οστών ανήκουν σε πρόβατα, δάμες Μεσοποταμιακές, χοίρους και αίγες. Ανακαλύφθηκε μια σιαγόνα γάτας από το στρώμα D. Πιθανώς ανήκει στο αρχικά άγριο είδος Felis silvestris/ lybica, το οποίο είναι γνωστό ότι εξημερώθηκε. Η απουσία αγριόγατων από την Κύπρο υποδεικνύει ότι η γάτα αυτή ήταν εξημερωμένη και εισήχθη από τα ηπειρωτικά. Από όλα τα στρώματα της Χοιροκοιτίας αποκομίσθηκαν πολλά δόντια και οστά ποντικών (Mus). Από τις μετρήσεις φαίνεται ότι μόνο ένα είδος αντιπροσωπεύεται. Πιθανό τα ποντίκια αυτά να ήταν ενδημικό είδος/υποείδος στην Κύπρο. Τέλος, βρέθηκε σιαγόνα, κερκίδα και βραχίων από ένα εντομοφάγο τρωκτικό που ανήκει στο γένος Crocidura. Το είδος του Νεολιθικού ζώου παραμένει αδιάγνωστο. Ως προς τη βιολογική ηλικία θανάτου, οι περισσότεροι σφαγμένοι χοίροι ήταν νεαροί σε σύγκριση με τη δάμα και τα αιγοειδή. Ίσως αυτό αντιπροσωπεύει τη μεγάλη γονιμότητα των χοίρων (Davis 1989).

Το ιχθυοστεολογικό υλικό αποτελείται από 54 οστά και θραύσματα μέτριας κατάστασης διατήρησης. Το φάσμα της πανίδας παρατηρείται ότι περιλαμβάνει αποκλειστικά θαλάσσια είδη, είναι πολύ περιορισμένο και όλα τα οστά αντιστοιχούν σε ψάρια μήκους μεγαλύτερου των 30 εκ. Άρα, πιθανώς κάποια διαλογή γινόταν στην ακτή και τα μικρότερα ψάρια δεν μεταφέρονταν στον οικισμό. Τα είδη περιλαμβάνουν τον ροφό (Epinephelus sp.), το λαβράκι (Dicentrarchus labrax Linne), τη τσιπούρα (Sparus aurata Linne) και τον κέφαλο (Mugil sp.). Το μέγεθος των ψαριών που έχουν αλιευθεί απαιτεί ειδικευμένες τεχνικές, όπως δίχτυα ή πετονιές με γερά αγκίστρια. Η απουσία ανάλογων εργαλείων στη θέση, καθώς και ψαριών μικρού μεγέθους, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ίσως τα μέσα αλίευσης αφήνονταν μονίμως στην ακτή, όπου έτρωγαν και τα μικρότερα ψάρια (Desse and Desse-Berset 1989).

Στο κτήριο 88 (S.88) βρέθηκε μια υπερυψωμένη κατασκευή με δυο επίπεδες πλάκες, η οποία πιθανώς πρόκειται για περιοχή διαλογής των σπόρων από τα λέπυρα. Επίσης, στο επίπεδο ΙΙΙα οι ανασκαφείς αναγνώρισαν μια ‘εγκατάσταση αλέσματος’. Τα συνολικά δείγματα χώματος περιείχαν κατάλοιπα μονόκοκκου σίτου (Triticum monococcum), κριθαριού (Hordeum sp.), δίκοκκου σίτου (Triticum dicoccum), φακής (Lens sp.), αρακά/φάβας (Vicia sp.), ελιάς (Olea europaea var. oleaster), σπόρους συκιάς (Ficus carica) και άγριας φιστικιάς (Pistacia sp.). Στο υλικό της Χοιροκοιτίας δεν φαίνονται αλλαγές στα είδη φυτών που αντιπροσωπεύονται στα διάφορα επίπεδα. Ειδικώς το μονόκοκκο σιτάρι κυριαρχεί σε όλη την στρωματογραφία (Hansen 1989).

Διεξήχθη και παλυνολογική μελέτη με δείγματα και από τους δυο τομείς της θέσης (Ανατολικό και Δυτικό). Από τα πρώτα στρώματα κατοίκησης, τα δέντρα που αντιπροσωπεύονται είναι καθαρώς μεσογειακά και εμφανίζονται εώς την εγκατάλειψη του οικισμού. Το κλίμα πρέπει να ήταν σταθερό, ζεστό και ξηρό. Η καλλιέργεια και η κτηνοτροφία οδήγησαν σε σημαντική εκχέρσωση του γύρω χώρου. Οι παλυνολογικές αναλύσεις συμφωνούν με τη μελέτη της πανίδας του Davis (βλ. ανωτ.). Η παρουσία του ελαφιού συνδέεται με την ύπαρξη ενός δασώδους καταλύματος περίπου σε απόσταση 20 χλμ. από τις οικίες. Τα είδη φυτών που αναγνωρίσθηκαν συνοψίζονται στον πίνακα 2 (Renault-Miskovsky 1989).

ΠΙΝΑΚΑΣ 2
Capparis spinosa (κάππαρη)
Celtis sp. (κουτσομηλιά)
Ficus carica (συκιά)
Lens sp. (φακή)
Medicago sp. (μήδιον)
Olea europaea var. Oleaster (ελιά)
Pistacia sp. (άγρια φιστικιά)
Populus sp. (λεύκη)
Vicia sp. (αρακάς)

Εντοπίσθηκαν και θαμνώδεις οικογένειες:
Boraginaceae: Echium sp. (φιδόχορτο)
Cyperaceae: Carex sp. (βούτομον)
Fumariaceae: Fumaria sp. (καπνίστρα)
Graminae/Poaceae: Lolium sp. (ήρα -ζιζάνιο)
Polygonaceae
Umbelliferae/Apiaceae


3. Νεώτερα συμπεράσματα επί των ταφών στη Χοιροκοιτία

Σύμφωνα με τη διδακτορική διατριβή της Niklasson (1991), όλα τα κτήρια στη Χοιροκοιτία θεωρούντο κατάλληλα για ταφές. Η τεχνητή κρανιακή παραμόρφωση ανιχνεύτηκε μόνο σε 19 από τα 270 περίπου κρανία. Είτε η μέθοδος είχε εφαρμοσθεί σε λίγα μόνο νήπια, είτε λιγότερο έντονη πίεση στο κρανίο δεν άφησε ίχνη σε άλλα παιδιά. Η κοινωνική βαθμίδα και θρησκευτικοί λόγοι πιθανώς έπαιζαν ρόλο στην εφαρμογή της τεχνικής. Οι περισσότερες ταφές ήταν πρωτογενείς, όμως η έλλειψη ανατομικής θέσης και η έλλειψη σκελετικών τμημάτων σε τουλάχιστον 26 τάφους δεν αποκλείει την πρακτική δευτερογενών ταφών. Μια εναλλακτική εξήγηση της εύρεσης κρανίων χωριστά από το σώμα είναι η πρακτική του αποκεφαλισμού, κυρίως post mortem, αλλά ίσως και ante mortem (Niklasson 1991: 183).


Απόστολος Ανδρέας-Κάστρος

Η θέση Απόστολος Ανδρέας-Κάστρος βρίσκεται στα ΒΑ της νήσου Κύπρου, στο άκρο της Χερσονήσου. Στη βόρεια ακτή υπάρχουν πηγές γλυκού νερού. Το αλάτι είναι άφθονο και συλλέγεται εύκολα στις κοιλότητες που δημιουργήθηκαν από τη θαλάσσια διάβρωση. Η απουσία κεραμεικής κατατάσσει τον οικισμό στην Ακεραμεική Νεολιθική περίοδο της Κύπρου. Η ακτή της Β. Συρίας βρίσκεται σε απόσταση περίπου 120 χλμ. (Le Brun 1981).

Τα κτερίσματα των ταφών ήταν κυρίως θαλάσσια όστρεα. Καθώς τα όστρεα Monodonta είναι εδώδιμα, ο Le Brun τολμά την υπόθεση ότι είχαν προσφερθεί ως τροφή στους νεκρούς (Le Brun 1981: 29). Μία από τις ταφές, η τ. 540, εμφανίζει στοιχεία πρωτότυπα, με πιο βασικό την τοποθέτησή της έξω από κτήριο. Είχε επικαλυφθεί από τον τοίχο 527, του οποίου η τεχνική διαφέρει από τη συνήθη στη θέση. Η έλλειψη συγκριτικών δεδομένων από τον Απ. Ανδρέα- Κάστρο δεν επιτρέπει την εξαγωγή συμπερασμάτων εάν η πρακτική αυτή ήταν εξαιρετική ή εάν αντιπροσώπευε ένα κοινό πολιτισμικό χαρακτηριστικό της θέσης (Le Brun 1981). Η μελέτη όλων των ανθρωπίνων σκελετικών καταλοίπων της θέσης δίνει ενδιαφέροντα στοιχεία. Η μελέτη των σιαγόνων φανερώνει έντονη φθορά της οδοντοστοιχίας. Μερικά δόντια έχουν φθαρεί εώς τη ρίζα. Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο είναι η σκόπιμη παραμόρφωση όλων των κρανιακών θόλων. Δυστυχώς, η διατήρηση μόνο τεσσάρων που ανήκουν μάλιστα σε άτομα αδιάγνωστου φύλου, δεν επιτρέπει την εξαγωγή γενικών συμπερασμάτων επί του πληθυσμού. Η παραμόρφωση είναι μετοπικο-ινιακού τύπου. Η πίεση στο ινιακό και ίσως στο μετωπικό οστό αυξάνει την βραχυκρανία. Η μαστοειδής περιοχή μεταφέρεται εμπροσθίως και η ινιακή ραφή γίνεται πολύ κυρτή (τοξοειδής). Παρόμοια κρανιακή μετατροπή εμφανίζεται και στον πληθυσμό της Χοιροκοιτίας (Soliveres 1981).

Στα μεγάλα θηλαστικά αναγνωρίσθηκαν είδη που έχουν βρεθεί και στη Χοιροκοιτία: Capra aegagrus, Dama mesopotamica, Ovis/Capra, και Sus scrofa (Ducos 1981). Βρέθηκε επίσης τμήμα μετακαρπικού οστού από Πυγμαίο Ιπποπόταμο. Το είδος έχει εξαλειφθεί και ήταν ενδημικό στην Κύπρο. Μάλλον το εύρημα πρόκειται για απολίθωμα παλαιότερης περιόδου διότι δεν υπάρχουν αποδείξεις συνύπαρξης των νεολιθικών ανθρώπων και των πυγμαίων ιπποπόταμων. Επίσης, ένα ακόμη αινιγματικό οστό πιθανώς προέρχεται από σκύλο (Canis sp.) (Davis 1989). Ανακαλύφθηκαν και λίγα κατάλοιπα τρωκτικών που ανήκουν στο γένος Mus (μυς). Σύμφωνα με τις μετρήσεις τα ζώα αυτά ήταν μεγάλου μεγέθους. Το φαινόμενο αυτό είναι σχετικά αναμενόμενο στη νησιωτική πανίδα, όπου παρατηρείται αύξηση στο μέγεθος των τρωκτικών (Helmer 1981). Τα οστά ιχθύων που αποκομίσθηκαν ανήκουν στις οικογένειες: Labridae, Scienidae, Serranidae, και Sparidae, με αντιπροσωπευτικά είδη τα: Epinephelus sp. (ροφός), Epinephelus guaza (Επινέφελος ο γκάζα), Diplodus sargus (Διπλόδους ο σαργός), Diplodus annularis (Σπάρος ο δακτυλιωτός, κν. Σαργός), Sparus aurata (Σπάρος ο χρυσόχρους, κν. Τσιπούρα), Labrus sp. (λαβράκι) και Odontaspis sp. (καρχαρίας). Στην πανίδα αυτή κυριαρχεί η οικογένεια Serranidae με το γένος Epinephelus, και ακολουθεί η οικογένεια Sparidae με τις τσιπούρες και τους σαργούς. Το μεγαλύτερο ποσοστό ιχθύων σε σχέση με τη Χοιροκοιτία προφανώς οφείλεται στην εγγύτητα με τη θάλασσα. Το δόντι καρχαρία που βρέθηκε, ίσως είναι απολίθωμα από το Μειόκαινο ή το Πλειόκαινο (Garnier 1981, Εκδοτική Αθηνών 1991).

Στα βοτανολογικά κατάλοιπα βρέθηκαν τα καλλιεργημένα είδη: Triticum monococcum (μονόκοκκος σίτος), Triticum dicoccum (δίκοκκος σίτος), Hordeum vulgare (εξάστοιχο κριθάρι), Lens culinaris (φακή), και Pisum sativum (αρακάς). Βρέθηκε και λιναρόσπορος, αλλά είναι αδιάγνωστο αν πρόκειται για το εξημερωμένο ή άγριο είδος (Linum bienne/ Linum usitatissimum). To Linum bienne (L. angustifolium) είναι ενδημικό στη Κύπρο. Ενδείξεις καλλιέργειας λιναρόσπορου στην Ανατολή χρονολογούνται προ του 6.000 πΧ. Στα δείγματα εμφανίστηκαν οι άγριοι καρποί: Ficus sp., Olea sp. και Pistacia atlantica ή P. terebinthus. Και τα δυο είδη είναι ενδημικά στη Κύπρο. Τέλος, αναγνωρίσθηκαν και τα ζιζάνια: Lolium perenne/ L. rigidum και Malva silvestris/ M. nicaencis (Van Zeist 1981).


Καλαβασσός-ΤένταΗ θέση σχετιζόταν με την ποτάμια κοιλάδα του Βασιλικού και ήταν επομένως πλεονεκτική. Κατά τη διάρκεια των ανασκαφών δόθηκε έμφαση στην αποκομιδή δεδομένων σχετικών με τους περιβαλλοντικούς και οικονομικούς παράγοντες. Έγιναν βοτανολογικές και ζωολογικές αναλύσεις, καθώς και μελέτες της ανθρωπογεωγραφίας, της γεωλογίας, υδρολογίας, και εθνογραφίας ολόκληρης της κοιλάδας (Todd 1987). Περίπου τα 2/3 της ευρύτερης περιοχής του Βασιλικού (151,4 χλμ.) βασίζονται σε ηφαιστειογενή πετρώματα. Το μεγαλύτερο μέρος χαρακτηρίζεται από τραχύ τοπίο με πολύ καλά ανεπτυγμένο φυσικό δίκτυο αποστράγγισης των υδάτων και με κοιλάδες βαθιά χαραγμένες στα σκληρά ηφαιστειογενή πετρώματα. Οι χαμηλότερες εκτάσεις βασίζονται σε ιζηματογενή πετρώματα. Ως προς τη διαθεσιμότητα του ύδατος, η ροή στον Βασιλικό ποταμό εξαρτάται αποκλειστικά από τον καταιονισμό (precipitation, η απόθεση ορυκτών από διαλύματα) στην περιοχή. Επίσης, έχουν εντοπισθεί τρεις υδροφόροι ορίζοντες. Το κλίμα, αλληλεπιδρώντας με τη γεωλογία, τις κλίσεις και την αποστράγγιση, παράγει τους εδαφικούς τύπους της περιοχής. Αβαθείς xerorendzinas (ξηρά, χουμο-ανθρακικά εδάφη) είναι χαρακτηριστικά των πυριγενών πετρωμάτων. Πιο χονδροειδή και πιο λεπτά ασβεστούχα εδάφη αναπτύχθηκαν στους λόφους, ενώ ασχημάτιστη terra rossa (ερυθρά γη, έδαφος πλούσιο σε οξείδια και υπεροξείδια σιδήρου) βρίσκεται στην κατώτερη θαλάσσια αναβαθμίδα. Αλλουβιακά εδάφη (ιζήματα πολύ γόνιμα και πλούσια σε οργανικό υλικό) ποικίλου βάθους αναπτύχθηκαν στην κατακλυζόμενη πεδιάδα (flood plain) του Βασιλικού. Η γη στην κατώτερη περιοχή είναι κατάλληλη για την καλλιέργεια μιας ευρείας ποικιλίας φυτών, ιδίως στο αλλουβιακό στρώμα της κοιλάδας (Καραλή 1994 και 1998, Gomez et al. 1987).

Σε μια περιοχή που έχει γίνει αντικείμενο φυσικής εκμετάλλευσης για χιλιάδες χρόνια παραμένουν λίγα κατάλοιπα φυσικής βλάστησης. Μια γενική εικόνα των αρχαίων φυτών παρέχεται από αναφορές αρχαίων συγγραφέων, όπως ο Στράβων και ο Θεόφραστος (πιν. 3) (Todd 1987).

ΠΙΝΑΚΑΣ 3
Aristolochia sempervirens Άμπελος
Cistus slaviaefolius και C. incanus Κίστος
Crataegus alnifolia Λευκάκανθα
Juniperus phoenicia Άρκευθος
Morus nigra Μουριά
Pinus halepensis Πεύκο
Pistacia lentiscus Σχοίνος
Pistacia terebinthus Τρεμεντίνα
Platanus orientalis Πλάτανος
Quercus coccifera Δρυς η αειθαλής
Quercus ilex Δρυς-Αριά
Styrax officinalis Στύραξ
Ulmus sp. Φτελιά

Λουλούδια:
Anemone conoraria Ανεμώνα
Iris sisyrenchium Ίρις
Muscari parviflorum Υάκινθος
Papaver rheoas Πορφυρή παπαρούνα
Silene venosa Ωκιμοειδές

Άλλα φυτά:
Asphodelus microcarpus Λευκός ασφόδελος
Capparis spinosa Κάππαρη
Cardopatium corymbosum Βαθύ μπλε άνθος
Echinops viscous Γαϊδουράγκαθο
Ferula communis Κίτρινος γιγάντιος μάραθος
Lavandula stoechus Λεβάντα
Nerium oleander Ροδοδάφνη
Notobasis syriaca Γαϊδουράγκαθο
Onosma frutescens Χρυσολούλουδο
Ophrys fusca Είδος ορχεοειδούς
Ophrys scolopax Είδος ορχεοειδούς
Orchis anatolica Είδος ορχεοειδούς
Orchis italica Είδος ορχεοειδούς
Phagnalon rupestre Κίτρινο άνθος
Pisum elatius Είδος αρακά/λάθυρου
Poterium spinosum Είδος θάμνου
Serapias orientalis Είδος ορχεοειδούς
Tamarix smyrnensis Μυρίκη
Tetragonolobus purpurea Πορφυρός αρακάς
Thymus capitatus Θυμάρι
Trifolium clypeatum Τριφύλλι
Vicia cassia Είδος αρακά/λάθυρου
Vicia cracca Είδος αρακά/λάθυρου
Vicia hybrida Κίτρινο λαθούρι
Vitex agnuscastus Αγνόδεντρο

Τα πρωιμότερα κατάλοιπα ανθρώπινης κατοίκησης στην Τέντα χρονολογούνται στην Ακεραμεική Νεολιθική (περ. 7500-5500 πΧ). Στο τέλος αυτής της περιόδου φαίνεται να υπάρχει κενό μέχρι την επανακατοίκηση της θέσης στην Κεραμεική Νεολιθική (περ. 4660 πΧ). Δεν υπάρχουν ξεκάθαρες ενδείξεις για χαλκολιθική κατοίκηση στη θέση. Ο Νεολιθικός οικισμός βρίσκεται σε ένα μικρό φυσικό λόφο στη δυτική πλευρά της κοιλάδας του Βασιλικού. Όλα τα αρχιτεκτονήματα προέρχονται από την Ακεραμεική περίοδο. Οι οικίες είναι κυκλικές και υπάρχουν ίχνη περιβόλου στη νότια και ανατολική πλευρά της θέσης, ο οποίος ίσως επεκτάθηκε αργότερα μαζί με τον οικισμό. Στη νότια πλευρά υπήρχε επίσης μια βαθιά τάφρος. Ως προς τον πληθυσμιακό αριθμό υπολογίζονται 60 άτομα εντός του α’ περιβόλου και περίπου 150 το μέγιστο όταν ο οικισμός επεκτάθηκε πλήρως (Todd 1986 και 1987).

Οι ταφές στην Τέντα παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ανακαλύφθηκαν 14 ταφές με τα κατάλοιπα περίπου 20 ατόμων. Κάποιες ταφές βρέθηκαν κάτω από τα δάπεδα κτηρίων, αλλά άλλες βρέθηκαν σε διάφορες αποθέσεις έξω από τα οικοδομήματα. Ενήλικες, παιδιά και νήπια είχαν ταφεί σε λάκκους ποικίλου βάθους στα κτήρια. Η στάση των νεκρών είναι συνήθως συνεσταλμένη. Ως προς τους σκελετούς που βρέθηκαν έξω από τα κτήρια, οι περισσότεροι είχαν αποτεθεί σε στρώματα απορριμμάτων. Ο χώρος εύρεσής τους δίνει αρχικά την εντύπωση έλλειψης τελετουργίας, όμως, ο υψηλός βαθμός άρθρωσης και κάποτε η συνεσταλμένη στάση ορισμένων σωμάτων υποδεικνύει ότι δεν συσσωρεύτηκαν απλώς με τα απορρίμματα, αλλά τάφηκαν με περισσότερη φροντίδα από ό,τι υπονοείται. Μη αρθρωμένα σκελετικά κατάλοιπα βρέθηκαν το 1984 σε μία μεγάλη λακκοειδή αρχαιολογική κατασκευή (feature). Παρόλη την κακή κατάσταση των οστών και τις σκληρές αποθέσεις επιβεβαιώθηκε η πρακτική της κρανιακής παραμόρφωσης καθώς και η ύπαρξη παθολογικών καταστάσεων (Todd 1985). Οι διαφορές ανάμεσα στη Χοιροκοιτία και στην Τέντα προβληματίζουν, καθώς οι θέσεις χωρίζονται από μια απόσταση μόνο 6,5 χλμ. Λίγες ταφές εντοπίσθηκαν έξω από τον περίβολο και την τάφρο χωρίς λάκκο. Πιθανώς οι ταφές να είχαν προηγηθεί της κατασκευής του περιβόλου. Φαίνεται να υπάρχει κάποια προτίμηση για Β-Ν προσανατολισμό των ταφών και των τάφων. Στην ταφή 6 βρέθηκε μία λίθινη πλάκα να καλύπτει το κρανίο. Στην ταφή 11, ένας σβώλος από επεξεργασμένη κόκκινη ώχρα τοποθετήθηκε μαζί με το νεκρό ως μοναδικό τέχνεργο. Επίσης, ένας λίθος από ασβεστόλιθο ήταν τοποθετημένος στο στήθος του παιδιού νο 7, και με την ταφή αυτή σχετίζεται ένα τμήμα χρωματισμένου κονιάματος (Todd 1987, Niklasson 1991).

Στην Τέντα, όπως και στην Ιεριχώ, τα ταφικά έθιμα φαίνεται ότι είναι λιγότερο αυστηρά, όπως δείχνουν οι ταφές έξω από τα κτήρια. Η αιτία του τέλους της Ακεραμεικής φάσης του οικισμού είναι άγνωστη. Όμως, υπάρχουν κάποια ίχνη περιβαλλοντικών διαταραχών στην κοιλάδα, τα οποία ίσως ευθύνονται μερικώς για τη διακοπή στην κατοίκηση (Todd 1986).

Guarded by 
Plagiarisma.Net


Φιλια-Δράκος Α’

Ο Κεραμεικός Νεολιθικός οικισμός ‘Φιλια-Δράκος (Α)’ εξερευνήθηκε κατά τη διάρκεια των ετών 1965-1970, αν και είχε επισημανθεί από το Δίκαιο το 1943. Η θέση βρίσκεται σχεδόν στο κέντρο της Κύπρου, σε μια ομαλή πλαγιά. Ο οικισμός περιορίζεται από περίβολο και τάφρο, έχει σχεδόν ορθογώνια κτήρια και υπόγεια διαμερίσματα και διαδρόμους, αγνώστου ακόμη χαρακτήρα (Niklasson 1991).

Ένας μόνο τάφος ανακαλύφθηκε στα όρια της κατοικημένης περιοχής. Πρόκειται για απλό τύπο θαλαμοειδούς τάφου, λαξευμένου οριζόντια στο βράχο. Το φαινόμενο είναι παράδοξο για την Νεολιθική περίοδο και υπάρχουν αμφιβολίες σχετικά με τη συγχρονία του τάφου και του οικισμού. Όμως, μέχρι αποδείξεως του εναντίου ο τάφος θεωρείται αντιπρόσωπος του πρωιμότερου θαλαμοειδούς τάφου στην Κύπρο. Στο δυτικό του άκρο έχει αναφερθεί ένα είδος περάσματος με πηλώδες δάπεδο που μοιάζει με ‘δρόμο’. Ο θάλαμος (3μ. Χ 2 μ.) έχει κυκλική κάτοψη και ίσως διαχωριζόταν σε δυο μέρη μέσω χαμηλού πεσσού. Αναγνωρίσθηκαν τα κατάλοιπα τριών ατόμων:

• Δύο εφήβων, ίσως κοριτσιών, το ένα 11-14 ετών και το άλλο 15-19 ετών. Το δεύτερο βρέθηκε σε μια ανυψωμένη εξέδρα.
• Θραύσματα οστών από ένα παιδί ή νεαρό έφηβο.
Ο τάφος και το εσωτερικό του πιθανότατα είχαν διαταραχθεί από φυσικές δυνάμεις και ρέοντα ύδατα. Τα φαινόμενα αυτά πρέπει να επηρέασαν και τη θέση των σκελετικών καταλοίπων. Η κατάσταση και η θέση τους δεν αποκλείει την περίπτωση δευτερογενών ταφών. Ο δεύτερος σκελετός με τη στάση του θυμίζει δυο πιθανώς θυσιασμένα άτομα από τη Χοιροκοιτία. Επομένως δεν μπορεί να αποκλεισθεί η περίπτωση θυσίας ή τουλάχιστον τελετουργικών πράξεων στον τάφο (οπ. ανωτ.).


Σωτήρα-Τεππές

Ο οικισμός της Σωτήρας ξεκίνησε από το οροπέδιο ενός κωνικού λόφου και επεκτάθηκε στις πλαγιές του, στα ΒΔ του σύγχρονου χωριού. Η ανασκαφή στην ΝΑ πλαγιά το 1954 αποκάλυψε τα κατάλοιπα 12 τάφων (Dikaios and Stewart 1962). Τα στρωματογραφικά στοιχεία έδειξαν 4 διαφορετικές φάσεις (Ι-ΙV) στην ανάπτυξη του οικισμού της Σωτήρας, με πρωιμότερη τη φάση Ι (Dikaios 1961). Αντίθετα με τη Χοιροκοιτία, στη Σωτήρα οι νεκροί θάβονταν σε λακκοειδείς τάφους σε ανοικτούς χώρους, όχι μακριά από τις οικίες. Καμιά οικία δεν είχε ταφή στο εσωτερικό. Οι ταφές (12) ανακαλύφθηκαν στην ανατολική κλιτύ του λόφου σε συσχετισμό με μια οικία. Πιθανώς υπήρχαν και άλλες οικίες που καταστράφηκαν από τη διάβρωση. Ως εκ τούτου, η ομάδα τάφων που ανεσκάφη αντιπροσωπεύει μόνο ένα τμήμα του οικισμού και πρέπει να υπήρχαν και άλλα παρόμοια νεκροταφεία σε άλλα σημεία. Οι τάφοι είναι ρηχοί, επιμήκεις λάκκοι. Οι ταφές είναι μονές και τα σώματα σε συνεσταλμένη στάση. Κείτονται συνήθως στη δεξιά πλευρά, με το σώμα προσανατολισμένο έτσι ώστε η κεφαλή να είναι στο νότο και το πρόσωπο ανατολικά. Μια μεγάλη ή περισσότερες μικρότερες πέτρες τοποθετούνταν εκούσια πάνω στο σώμα αμέσως μετά την ταφή. Ο υπόλοιπος τάφος γέμιζε με χώμα (Dikaios and Stewart 1962). ΄Όλοι οι νεκροί ήταν ενήλικες εκτός από το νο 9, ένα μικρό παιδί, ίσως αγόρι, περίπου 4 ετών. Η ταφή αυτή φαίνεται να υπήρξε μερική, δηλ. μόνο το κρανίο και μερικά δάκτυλα είχαν ταφεί, και ένας λίθος φαίνεται να αντικαθιστούσε το τμήμα του σώματος (Niklasson 1991).

Τα θραύσματα οκτώ κρανίων συγκολλήθηκαν το 1955-56. Η μέση ηλικία θανάτου για επτά ενήλικες είναι 36,4 έτη. Κανένα από τα κρανία στη Σωτήρα δε δείχνει ίχνη ‘οστεοπόρωσης’. Η περιστροφή του κοπτήρα και το σχήμα της κορωνοειδούς απόφυσης ενώνουν γενετικά τρία κρανία (τα 3, 4, και 11). Η εξωστροφή του χείλους του ινιακού τρήματος συνδέει τα κρανία 4, 5 και 11 και πρόκειται για ένα περίεργο χαρακτηριστικό. Οι κρανιακές ομοιότητες και διαφορές στη Σωτήρα ταιριάζουν σε έναν στενό κοινοτικό πληθυσμό. Ο κρανιακός δείκτης είναι περίπου 77. Αυτό σημαίνει ότι υπήρχε μια γοργή μικροεξελικτική αλλαγή από την ισχυρή βραχυκρανία της πρώιμης Νεολιθικής προς τη δολιχοκρανία (μακρύτερο κρανίο), είτε ότι διαφορετικά σύγχρονα χωριά είχαν πληθυσμούς με ξεχωριστή συχνότητα γονιδίων και μορφολογικές διαφορές, με μια εσωτερική ανταλλαγή στον κάθε πληθυσμό όχι περισσότερο από 15-20% ανά γενιά. Σημαντική είναι επίσης η παρατήρηση ότι κανένα από τα οκτώ κρανία της Σωτήρας δεν δείχνει ίχνη τεχνητής παραμόρφωσης (Angel 1961).

Τα ζωικά κατάλοιπα ανήκουν στα είδη: Canis familiaris (σκύλος), μικρό κυνοειδές (ίσως τσακάλι), χοίρος, δάμα, μικρό ελάφι, αίγα, πρόβατο, γαϊδούρι ή ημίονος, πτηνό, και ψάρι ή ερπετό (βρέθηκε μικρό αιχμηρό δόντι χωρίς ρίζα). Από την πανίδα αυτή η αίγα και ο σκύλος ήταν σίγουρα εξημερωμένα. Για το χοίρο η κατάσταση είναι αδιάγνωστη. Η παρουσία προβάτου δεν είναι βέβαιη. Η πανίδα ταιριάζει με αυτή στη Νεολιθική Ιεριχώ (Zeuner and Grosvenor Ellis 1961).

Τα όστρεα παρουσιάζουν αρκετή ποικιλία και περιλαμβάνουν κάρδιο, κώνο, πορφύρα, στρείδι, τροχό, πεταλίδα, αχιβάδα και σαλιγκάρι χερσαίο. Πολλά δείγματα Cassis sulcosa Brug. φέρουν τρύπα στο σώμα τους. Τα όστρεα ξηράς Rumina decollata Lin. και Helix cincta Mull. είναι κοινά σαλιγκάρια στην Κύπρο και σε όλη τη Μεσόγειο (Dance 1961).


Άγιος Επίκτητος Βρύση

Στον οικισμό αυτό έχουν ανακαλυφθεί τοίχοι που διατηρούνταν σε ύψος 2 μ. Αρχαιολογικές και ραδιοχρονολογικές έρευνες (C14) δείχνουν ότι αυτός ο οικισμός και άλλοι συμπεριλαμβανομένων των: Τρουλλί ΙΙ, Φιλια και Σωτήρα, αποτελούν σύγχρονες εκφράσεις του ίδιου πολιτισμού. Ως προς το φυσικό περιβάλλον της Βρύσης, η στενή παραλιακή πεδιάδα αποτελείται από μια σειρά θαλάσσιων αναβαθμίδων από 5-230 μ. Κάθε αναβαθμίδα είναι το αποτέλεσμα ενός ιζηματογενούς κύκλου κατά τον οποίο, ξεκινώντας από τη βάση, μια θαλάσσια απόθεση επικαλύπτεται από παχύτερες συσσωρεύσεις ηπειρωτικών αποπλυμάτων (αποτέλεσμα αποσάθρωσης και διάβρωσης) από ασβεστίτη φλοιό και τελικά από απολιθωμένο έδαφος. Επίσης, κάθε αναβαθμίδα περιορίζεται από έναν απολιθωμένο κρημνό που αντιστοιχεί στην αρχαία ακτή. Η κατώτερη από αυτές είναι η Κούπια αναβαθμίδα. Η ακτή σχηματίζει απότομα ακρωτήρια, γυμνά από χώμα. Αν και όχι σε τόσο μεγάλο βαθμό όπως στα γειτονικά ακρωτήρια, υπάρχουν πολλά ίχνη διάβρωσης και στη Βρύση. Συνεπώς, το άμεσο περιβάλλον της θέσης είναι αρκετά ασταθές (Peltenburg 1982, Τσιραμπίδης 1986).

Η διαθέσιμη αρόσιμη γη είναι περιορισμένη. Το ίδιο πρόβλημα πρέπει να αντιμετώπιζαν και οι προϊστορικοί αγρότες. Η υποθετική εδαφική επικράτεια της Βρύσης θα πρέπει να επικαλυπτόταν με αυτή άλλων κοινοτήτων. Για την επιβίωσή του κάθε χωριό θα είχε γη περίπου 1,5 χ 3 χλμ. σε έκταση. Σήμερα, η προτίμηση αιγών αντί προβάτων οφείλεται στη διαθεσιμότητα χώρου. Αυτός ο παράγων επηρέαζε και τους Νεολιθικούς αγρότες. Οι εδαφικές και κλιματικές συνθήκες ευνοούν το κριθάρι έναντι του σίτου. Σε αρχαιολογικά δείγματα από επίπλευση, το σιτάρι και το κριθάρι βρίσκονται σε περίπου ίσες ποσότητες, παρόλο που και τα δυο υποσκελίζονται ποσοτικά από τη φακή. Όπως δείχνουν τα βιολογικά και γεωγραφικά δεδομένα, η επιλογή της θέσης δεν στηρίχτηκε στην αφθονία θαλάσσιας τροφής, αλλά στις αμυντικές δυνατότητες. Η σημασία της δάμας στην πανίδα δείχνει μεγαλύτερο ποσοστό δασών στο Νεολιθικό τοπίο και μικρότερη εξειδίκευση στην εκμετάλλευση προβάτου και αίγας (Peltenburg 1982).

Τα πιο κοινά μεγάλα θηλαστικά στη θέση είναι η δάμα (fallow deer), το πρόβατο, η αίγα και ο χοίρος. Εμφανίζονται ο σκύλος, η γάτα, η αλεπού και πιθανώς η δορκάδα /ζαρκάδι (roe deer). Αναγνωρίσθηκαν δύο ανθρώπινα οστά και δυο δόντια. Η θέση έχει χωρισθεί σε τρεις φάσεις κατοίκησης και το μεγαλύτερο μέρος των ζωικών οστών (πάνω από το 95%) προέρχεται από τη Μέση Φάση της εγκατάστασης. Για τους χοίρους η μέση ηλικία σφαγής ήταν νεαρή, οπότε τα οστά τους είναι μικρά και σχετικώς εύθραυστα. Αναγνωρίσθηκε επίσης μικρός αριθμός οστών από ερπετά, τρωκτικά, πτηνά, ψάρια και θαλάσσιες χελώνες. Συμπεραίνεται ότι η δάμα και η δορκάδα ήταν θηράματα κυνηγιού στο κοντινό δάσος, ενώ τα ψάρια δεν αποτελούσαν σημαντική τροφή, ούτε η αλιεία ήταν συστηματική ασχολία. Τα αιγοειδή προσέφεραν δευτερογενή προϊόντα: γάλα, μαλλί και κρέας. Ας σημειωθεί ότι τα κέρατα του είδους Dama mesopotamica που βρέθηκαν δεν βοηθούν στην καταμέτρηση των σκοτωμένων ζώων γιατί τα κέρατα των ελαφοειδών πέφτουν και ανανεώνονται κάθε χρόνο (Legge 1982).

Οι κάτοικοι της Βρύσης εξασκούσαν έντονα τη γεωργία. Υπάρχουν ενδείξεις από φυτείες, από αγριόχορτα, από συκιά και ελιά (άγριες ή εξημερωμένες) και από αγριοστάφυλα και ποικιλίες φιστικιού. Το υλικό προήλθε από δάπεδα, βόθρους, και σωρούς. Έγιναν προσπάθειες να καθορισθεί αν κάποιες περιοχές της θέσεις είχαν ειδικευμένο λειτουργικό ρόλο. Δεν βρέθηκε κανένας συσχετισμός. Το υλικό από τη Βρύση δείχνει υψηλό ποσοστό μονόκοκκου σίτου (einkorn). Δεν φαίνεται να υπήρξε μεγάλη αλλαγή στα κύρια φυτά διατροφής μέχρι τουλάχιστον τον 4ο αι. π.Χ. (Kyllo 1982).

ΠΙΝΑΚΑΣ 4: Τα φυτικά είδη που αντιπροσωπεύονται στη Βρύση (Kyllo 1982, Magenta 1995-96)

Avena sp. Βρόμη
Bromus sp. Αγριόχορτο /ζιζάνιο
(οικογένεια Gramineae)
Cicer arietinum L. Ρεβίθι
Eragrostis barrelieri Αγριόχορτο /ζιζάνιο
(οικογένεια Gramineae)
Hordeum distichon Δίστοιχο κριθάρι
Hordeum vulgare L.
Hordeum vulgare var. coeleste
Lathyrus aphaca Adans. Κίτρινο λαθούρι
Lathyrus orientalis
Lathyrus sativus L. Μπιζέλι (Grass pea)
Lens culinare Mecic. Φακή
Lolium sp. και Lolium perenne /rigidum Ήρα (οικογένεια Gramineae)
Medicago sp. M. minima βρέθηκε στη Τέντα
Medicago truncatula Gaerth. Ζιζάνιο
Phalaris humile και elatius Αρακάς
Phalaris sp. Αγριόχορτο /ζιζάνιο
(οικογένεια Gramineae)
Pisum sativum L. var. arvense Αρακάς
Secale cereale L. Σίκαλη
Setaria sp. Κεχρί
Trifolium sp. Τριφύλλι, T. resupinatum βρέθηκε στη Τέντα
Triticum dicoccum
Triticum monococcum
Triticum. aestivum τύπος L. Σίτος του ψωμιού
Viciae sp. Λαθούρι
Καρποφόρα δέντρα:
Celtis australis L. Είδος μουριάς
Ficus carica
Malus sp. Μηλιά
Olea europaea L. Τα κουκούτσια από την Βρύση ήταν εντόνως θραυσμένα, άρα ίσως είχαν πιεστεί για εξαγωγή λαδιού.
Pistacia terebinthus L. Τερεβίνθη / Τρεμεντίνα
Prunus sp. Δαμασκηνιά
Vitis sylvestris L. Άμπελος

Οικογένεια Boraginaceae:
Linum usitatissimum L. Λινάρι
Lithospermum arvense L.
Malva sp. Μολόχα
Οικογένεια Rubiaceae:
Asperula arvensis Ζιζάνιο
G. tricornutum Ζιζάνιο

Άλλα είδη:
Adonis dentata
Adonis microcarpa
Arctium cf. lappa
Calendula arvensis
Caspella bursa-pastoris
Centaurea sp.
Cyperus sp.
Emex spinosa
Euphorbia peplus
Fumaria sp.
Gypsophila obionica
Hyoscyamus sp.
Papaver dubium
Polygonum sp.
Ranunculus sp.
Solanum cf. nigrum
Veronica sp.

Επίσης, βρέθηκαν πολύ μικρά θραύσματα ξυλάνθρακα, μάλλον από πεύκο (Pinus sp.). Χαρακτηριστικό είναι ότι τα δέντρα και οι θάμνοι που αναγνωρίσθηκαν φυτρώνουν και σήμερα στη Μεσόγειο. Οι φυτόλιθοι, που προέρχονται από τα χόρτα, βρέθηκαν σε κυκλικούς σχηματισμούς πάνω σε επίπεδες επιφάνειες. Κατάλοιπα φυτολίθων από ψάθες είναι κοινά στην Εγγύς Ανατολή (Cutler 1982).

Ως προς τα όστρεα, σύνολο 55 ειδών ταυτίστηκε από τη Βρύση. Περιλαμβάνονται 36 θαλάσσια είδη, 14 χερσαία, τρία είδη υφάλμυρου ύδατος και δυο γλυκού νερού. Τα συχνότερα θαλάσσια είδη ήταν οι πεταλίδες (Patella coerulea και P. rustica) και οι τροχοί (Monodonta turbinata και M. articulatus), που αποτελούσαν το 56% και το 20% του συνόλου αντιστοίχως. Αυτά τα όστρεα φαίνεται ότι αποτελούσαν τροφή. Οι πεταλίδες ήταν μάλλον μικρές (μέσο μήκος 26 χιλ.), φαινόμενο που ίσως οφείλεται σε υπερβολική εκμετάλλευση του πληθυσμού ή στο ότι τα πιο μικρά όστρεα ήταν ευκολότερα στη συλλογή. Τα ποσοστά των υπόλοιπων θαλάσσιων ειδών ήταν: Trunculariopsis trunculus (3,53%), Arcularia gibbosula (3,17%), Tonna galea (2,69%), Charonia nodifera (2,51%) και Albania cf. cimicoides (2,15%). Το περιβάλλον και η κατάσταση των Trunculariopsis, Tonna και Charonia υποδεικνύουν ότι συλλέχθηκαν ζωντανά, ίσως για τροφή. Η παρουσία της Charonia (Τρίτων) είναι ενδιαφέρουσα διότι πρόκειται για είδος βαθέων υδάτων. Περίπου το ¼ των Trunculariopsis, όλα τα Arcularia, και όστρεα Conus mediterraneus και Luria lurida είχαν τρυπηθεί και χρησιμοποιήθηκαν μάλλον ως περίαπτα. Τα μισά χερσαία όστρεα αντιπροσώπευαν ξηρόφιλα είδη που εισήχθησαν τυχαία στη θέση. Αυτό δείχνει ότι το μικροπεριβάλλον της θέσης ήταν παρόμοιο με το σημερινό. Η παρουσία μεγάλου αριθμού (2595) του μικροσκοπικού υφάλμυρου είδους Truncatella sub-cylindrica, σε αποθέσεις δαπέδων υποδεικνύει την τυχαία εισαγωγή τους με το υλικό στέγασης, όπως το πηλοκονίαμα. Παρομοίως, η παρουσία του μικρού είδους του γλυκού νερού Lymnaea truncatula οφείλεται στην εισαγωγή τους στα υλικά κατασκευής των επιφανειών των δαπέδων (Ridout 1982).

Στη Βρύση και σε σύγχρονες θέσεις παρατηρείται απουσία φούρνων. Αντίθετα, υπάρχει ποικιλία μέσων πολτοποίησης των φυτικών τροφών. Η παρουσία θραυσμένων κουκουτσιών από σταφύλια οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η παραγωγή άγριων αμπελιών γινόταν για την παρασκευή κρασιού. Στην εγκατάσταση υπάρχει έλλειψη αποθηκευτικών αγγείων ή λάκκων, εκτός αν η αποθήκευση γινόταν σε ξύλινους αποδέκτες. Σε αντίθετη περίπτωση συμπεραίνεται ότι η παραγωγή καρπών κάλυπτε τις άμεσες ανάγκες της κοινότητας, χωρίς την ύπαρξη πλεονάσματος. Η έλλειψη εύρεσης ταφών δεν βοηθά στην εξαγωγή συμπερασμάτων σχετικά με την κοινωνία. Έχει υποτεθεί ότι η εγκατάσταση στη Βρύση ήταν εποχιακή, και μάλιστα μόνο χειμερινή, όμως τα δεδομένα πανίδας και χλωρίδας δείχνουν δραστηριότητα όλο το χρόνο. Τέλος, παρατηρείται ότι στη Βρύση ολόκληρες εγκαταστάσεις βρίσκονταν υπογείως για κάποια χρονικά διαστήματα. Σύμφωνα με το μικροπεριβάλλον το κίνητρο δεν πρέπει να ήταν οικολογικό. Οι πιο πρώιμες περιπτώσεις υπόγειας κατοίκησης προέρχονται από τις θέσεις Βρύση και Φιλια. Ίσως αυτό οφείλεται σε αίσθημα έντονης ανασφάλειας των κατοίκων και στην ανάγκη για άμυνα (Peltenburg 1982).


Καντού-Κουφόβουνος

Ο Κουφόβουνος βρίσκεται σε απόσταση δυο χλμ. από το χωριό Καντού, πάνω στη νοητή χορδή που κλείνει τη χοάνη της χερσονήσου του Ακρωτηριού, στη μια πλευρά του οποίου εκβάλλει ο Κούρης ποταμός και στην άλλη ο Γαρύλλης. Ο νεολιθικός οικισμός εκτείνεται στις πλαγιές και στο οροπέδιο στην κορυφή του λόφου, σε υψόμετρο 243 μ. Από την επιφάνεια της θάλασσας. Η Β και Α κλιτύ είναι πιο απότομες ενώ Ν και η Δ πιο ομαλές, και καταλήγουν στις όχθες ενός μικρού παραπόταμου του Κούρη ποταμού. Από την κορυφή του λόφου έχει κανείς ευρεία θέα. Στα ΒΔ βρίσκεται ο νεολιθικός οικισμός της Σωτήρας. Ο οικισμός του Καντού βρίσκεται λοιπόν σε στρατηγική θέση. Από γεωλογική άποψη, στην περιφέρεια του χωριού κυριαρχούν οι μάργες, οι κρητίδες, οι ψαμμίτες, και οι πρόσφατες αλλουβιακές αποθέσεις. Πάνω στα πετρώματα αυτά αναπτύχθηκαν ασβεστούχα και ιζηματογενή εδάφη, καθώς και terra rossa. Οι συνέπειες της ανθρώπινης επέμβασης στο περιβάλλον υπήρξαν έντονες και μακροχρόνιες. Η αποψίλωση του λόφου για την αύξηση της καλλιεργήσιμης γης επί αιώνες είχε ως συνέπεια το τοπίο να υποστεί σοβαρές αλλοιώσεις (Μαντζουράνη 1994α).

Ο χώρος του λόφου, που έχει υπέδαφος πλούσιο σε κιμωλία, αρχικά θα έφερε πυκνή δασική κάλυψη δυο τύπων: χαρουπόδεντρα και βελανιδιές με θαμνώδη βλάστηση, και δυο είδη κυπαρισσιών παραθαλάσσιου τύπου με λίγες ελιές. Κατά τους νεολιθικούς χρόνους οι καλλιέργειες θα γίνονταν στα φυσικά αναλήμματα που διαμορφώνονται στη δυτική πλαγιά. Το οικολογικό περιβάλλον θα πρέπει να ήταν κατάλληλο για τη διαβίωση αιγοπροβάτων, ελαφιών και άλλων θηραμάτων. Η εικόνα του παλαιοπεριβάλλοντος επιβεβαιώνεται από την επιτόπια έρευνα και από την ανάλυση δειγμάτων ανασκαφικού χώματος με τη μέθοδο της επίπλευσης. Σημαντικό εύρημα αποτελεί ένα ζεύγος κεράτων αίγας σε εξαιρετική κατάσταση (οπ. ανωτ.). Ανάμεσα στα κινητά τέχνεργα ξεχωρίζει ανθρωπόμορφο ειδώλιο από βότσαλο πικρολίθου, προερχόμενο από τον γειτονικό Κούρη ποταμό. Σε μικρή απόσταση από το ειδώλιο ήρθαν στο φως όστρεα που έφεραν οπές (Μαντζουράνη 1994β).

Είναι σχεδόν βέβαιο ότι πιστοποιούνται περισσότερες από μία φάσεις κατοίκησης. Το 1993 διερευνήθηκε ένας συλημένος τάφος στη Ν. πλαγιά, μακριά από τον οικισμό. Διαπιστώθηκε ότι ανήκει στο τύπο λαξευτού θαλαμοειδούς με μικρό δρόμο, ο οποίος απαντά σε όλη τη Χαλκοκρατία και στα πρώιμα ιστορικά χρόνια. Το 1995 στο εσωτερικό δωματίου βρέθηκαν δυο τάφοι, απλοί λακκοειδείς, σκαμμένοι στο δάπεδο του σπιτιού. Ο τάφος 1 έφερε καλυπτήρια πλάκα, και το χώμα της επίχωσής του περιείχε όστρεα και απολεπίσματα πυριτόλιθου. Βρέθηκαν οστά μόνο από το κρανίο μικρού παιδιού. Ο τάφος 2, Β του τάφου 1, καλυπτόταν από έναν μεγάλο και 4 λεπτότερους πλακοειδείς λίθους. Η επίχωση αποτελείτο από χώμα αμμώδους υφής, λίγους πυριτόλιθους, αρκετά όστρεα και ένα λίθινο εργαλείο. Εντός του τάφου βρέθηκε ακέραιος σκελετός ενήλικα σε συνεσταλμένη στάση. Ο νεκρός είχε προσανατολισμό Β-Ν, με το πρόσωπο προς ανατολάς (Μαντζουράνη, 1997).

Ο οικισμός εντάσσεται στον ‘πολιτισμό της Σωτήρας’, δηλ. στην Ύστερη Νεολιθική περίοδο (4500-4000 πΧ. περίπου). Το τέλος του πιθανώς οφείλεται σε φυσικά αίτια. Τα πολιτισμικά στοιχεία καθώς και τα στοιχεία για την πανίδα και τη χλωρίδα, διαγράφουν την εικόνα μιας εύρωστης κοινωνίας με μικτή οικονομία, βασισμένη στη γεωργία, στην κτηνοτροφία και στο κυνήγι (Μαντζουράνη 1994α). Η υπογραφόμενη έλαβε μέρος στην επίπλευση δειγμάτων χώματος, στην καταγραφή οστρέων και οστών και στη μελέτη του ανθρωπολογικού υλικού (1996 και 1999). Αναμένεται με ενδιαφέρον η πλήρης δημοσίευση της ανασκαφής.


Ερήμη-Παμπούλα

Ο οικισμός βρίσκεται στην ανατολική όχθη του ποταμού Κούρη. Οι ανασκαφές του 1933-35 έφεραν στο φως 13 στρώματα, τα οποία χωρίζονται σε δυο περιόδους: την περίοδο Ι (πρωιμότερη) και την περίοδο ΙΙ (υστερότερη) (Dikaios and Stewart 1962). Με τα πιο σύγχρονα ισχυρά δεδομένα, οι αρχαιολόγοι μιλούν πλέον για τον «Χαλκολιθικό πολιτισμό της Ερήμης». Το όρος Τρόοδος στα Β της θέσης και ο ποταμός Κούρης ήταν πολύτιμες πηγές πρώτων υλών για την οικοδόμηση, τις τέχνες και τη λιθοτεχνία της Χαλκολιθικής Ερήμης, αν υποτεθεί ότι παρόμοιες συνθήκες με τις σημερινές κυριαρχούσαν και κατά την 4η χιλιετία πΧ.: κιμωλία, μάργα, ψαμμίτης, ασβεστόλιθος, ποτάμιες κροκάλες, πυριγενή πετρώματα, πυριτόλιθος και πικρόλιθος. Εκτός από τον ποταμό, και άλλα τοπογραφικά στοιχεία όπως το υψόμετρο, η ανύψωση του εδάφους («παμπούλα»), η εγγύτητα στη θάλασσα και η καλή θέα πρέπει να είχαν επηρεάσει στην επιλογή της θέσης. Ενδιαφέρον είναι το γεγονός ότι παρά την καλή θέα η θέση δεν προσφέρει τίποτε από άποψη άμυνας. Φαίνεται ότι οι κάτοικοι της Χαλκολιθικής Ερήμης δεν ανησυχούσαν για απειλή επίθεσης (Bolger 1988).

Η θέση πρέπει να επιλέχθηκε και με βάση την θαυμαστή επάρκεια νερού. Αφενός υπήρχε ο ποταμός Κούρης, αφετέρου τα δάση και οι μακκίες με τις οποίες καλυπτόταν το νησί ελάττωναν την επιφανειακή εξάτμιση και συγκρατούσαν το νερό από τις βροχοπτώσεις και το λιωμένο χιόνι από το όρος Τρόοδος. Ο υδροφόρος ψαμμιτικός ορίζοντας της ποτάμιας κοιλάδας ήταν άριστος από γεωλογική άποψη για να διατηρεί αυξημένη την στάθμη του υπόγειου ύδατος. Το νερό που περιέχει είναι κατάλληλο για πόση και άρδευση. Ως προς τα εδάφη, αυτά ήταν πλούσια και υγρά αλλουβιακά ιζήματα στην ποτάμια κοιλάδα του Κούρη, σχηματιζόμενα με την αποσάθρωση των βράχων του όρους, κατάλληλα για την καλλιέργεια φρούτων και λαχανικών ακόμη και χωρίς άρδευση. Μακριά από το ποτάμι τα εδάφη είναι ξηρά και λεπτά ασβεστούχα, όχι τόσο κατάλληλα για γεωργία (οπ. ανωτ). Βοτανολογικά εντοπίζεται ποικιλία μεγάλων θάμνων και μικρών δέντρων μαζί με ξηρόφιλα φυτά: Pistacia lentiscus (σχοίνος), Poterium spinosum (πυράκανθος), Colycotome villosa (ακανθώδης θάμνος), και πιο σπάνια ελάτη. Δεν αποκομίσθηκαν όμως κατάλοιπα εδώδιμης χλωρίδας. Οστά ζώων από όλα τα επίπεδα δείχνουν ότι η δάμα, τα αιγοπρόβατα και ο χοίρος αποτελούσαν την κύρια πηγή κρέατος. Ανάμεσα στα θαλάσσια όστρεα αναγνωρίσθηκαν αρκετές εδώδιμες ποικιλίες: Cardium echinatum (κάρδιο), Patella sp. (πεταλίδα), και Charonia tritonis (τρίτων) (οπ. ανωτ.).

Ανεσκάφησαν τέσσερις ταφές που φαίνεται ότι είχαν περιορισθεί σε μια μικρή περιοχή, ήταν διαχωρισμένες στρωματογραφικά και σχετίζονταν με κτήρια κτισμένα το ένα πάνω στο άλλο σε διαδοχικές φάσεις. Οι τάφοι 1 και 2 ήταν απλοί λακκοειδείς. Περιείχαν από έναν ενήλικα άντρα. Η ταφή 4 ήταν νεαρής γυναίκας, και στον τάφο 3 βρέθηκε ένα παιδί περίπου 10 ετών. Οι τέσσερις ταφές είναι μονές και η κατάσταση των σκελετών πολύ κακή. Ο προσανατολισμός τους ήταν ποικίλος, και μάλλον οι νεκροί βρίσκονταν σε συνεσταλμένη ή σύσφιγκτη θέση. Χαρακτηριστικό είναι ότι βαριές πέτρες που ασκούσαν μεγάλη πίεση είχαν τοποθετηθεί πάνω στα κατάλοιπα. Στο τάφο 1, κοντά στα πόδια του νεκρού, βρισκόταν το άνω μέρος ενός αγγείου περιβαλλόμενου και τσακισμένου από λίθους. Θραυσμένα κέρατα ελαφιού βρίσκονταν κάτω από το σκελετό, και η ωμοπλάτη ενός αδιάγνωστου ζώου κειτόταν κοντά στο στέρνο. Πλησίον του κρανίου υπήρχε ξυλάνθρακας και ένα καμένο όστρακο. Πάνω στο κρανίο είχε τοποθετηθεί μεγάλη ποτάμια πέτρα. Ας σημειωθεί ότι η ταφή 1 ήταν η πρωιμότερη, βρισκόταν κάτω από το πρώτο δάπεδο του πιο παλιού διαδοχικά κτηρίου (VIA), και άνηκε στην πρώτη περίοδο. Σύμφωνα με την περιγραφή λοιπόν, ίσως η ταφή 1 να πρόκειται για ταφή θεμελίωσης (Niklasson 1991).


Λέμπα-Λάκκους

Η θέση βρίσκεται στο άκρο μιας υψηλής θαλάσσιας αναβαθμίδας, πλάτους περίπου 2 χλμ. Το βραχώδες υπόστρωμα αποτελείται από αποσαθρωμένο, εύσκαπτο, ασπριδερό ασβεστούχο ψαμμίτη (calcarenite), τοπικά γνωστός ως ‘χαβάρα’. Στην θαλάσσια αναβαθμίδα το εδαφικό κάλυμμα είναι συνήθως λεπτό και ένα σκληρό στρώμα από δευτερογενή ασβεστόλιθο (καφκάλλα) αναπτύσσεται ανάμεσα στο έδαφος και στο υπόστρωμα. Αυτός ο σκληρός φλοιός δυσκολεύει πάρα πολύ τη γεωργία. Πιο παχύ, εύφορο, ιλυώδες κολλουβιακό στρώμα (είδος απόθεσης που δημιουργείται από τη διάβρωση πλαγιών) (Καραλή 1998), βρίσκεται στην πεδιάδα προς την ακτή, ΝΔ της θέσης, και θα ήταν η κύρια γη προς καλλιέργεια. Η θέση χωρίζεται σε δύο ανασκαμμένες περιοχές (Ι και ΙΙ). Στα βόρεια, η περιοχή Ι βρίσκεται μόνο 25 μ. από την όχθη του ποταμού του Κοτσα. Επίσης, έχουν εντοπισθεί δυο πηγές περίπου 1 χλμ. μακριά (Xenophontos 1985).

Η περιοχή Ι της Λέμπας περιείχε μικρό δείγμα από οστά ζώων. Εκτός από πέντε θραύσματα οστού αλεπούς, το υλικό κυριαρχείται από κατάλοιπα δάμας, χοίρων και αιγοειδών. Έχει εντοπισθεί και ένα μεγάλο ποσοστό από βάσεις κεράτων ελαφιών. Η διατήρηση των οστών δεν είναι τόσο καλή όσο στην περιοχή ΙΙ (Croft 1985). Ως προς τα κατάλοιπα χλωρίδας, η διατήρησή τους ήταν γενικά πολύ κακή, ιδίως στα δημητριακά. Το κριθάρι ήταν στη Λέμπα το πιο σημαντικό δημητριακό, ίσως λόγω της ανθεκτικότητάς του έναντι του σίτου (Peltenburg 1985). Διαπιστώθηκε ότι οι φωτιές στη Λέμπα, σκόπιμες ή όχι, έφτασαν σε πολύ υψηλές θερμοκρασίες (Colledge 1985). Τα δείγματα οστρέων είναι και αυτά θραυσμένα, με εκτεταμένη ‘μόλυνση’. Ξεχωρίζουν τα δίθυρα: Callista chione και Glycymeris glycymeris (μελοκίδωνο), το γαστερόποδο Charonia nodifera (τρίτων), τα dentalia και το γαστερόποδο του γλυκού νερού Melanopsis praemorsa, το οποίο ίσως προήλθε από το ρυάκι που κυλά κοντά στη θέση. Υπάρχει η τάση τα θαλάσσια όστρεα να βρίσκονται μέσα στα κτήρια και στα δάπεδα κατοίκησης. Κάποια είδη είναι εδώδιμα. Σωροί οστρέων (shell middens) δεν εντοπίσθηκαν και τα όστρεα δεν φέρουν ίχνη ανθρώπινης επεξεργασίας (Ridout Sharpe 1985).

Στην περιοχή ΙΙ βρέθηκαν πολλά τέχνεργα από οστό και κέρατο. Σημαντικό είναι το εύρημα ενός τμήματος επεξεργασμένου κέρατου που αποδεικνύει ότι στην Λέμπα εφαρμοζόταν η τεχνική ευθυγράμμισής του, η οποία μπορεί να επιτευχθεί εύκολα με το βύθισμα του κεράτου σε νερό. Τα ζωικά κατάλοιπα περιλαμβάνουν ελάφια - θηράματα - και αιγοειδή και χοίρους -εξημερωμένα ζώα -. Λίγα κατάλοιπα προέρχονται από αλεπού, γάτα, σκύλο, ιπποειδές και βοοειδή, για τα δύο τελευταία υπάρχει όμως υποψία σύγχρονης μόλυνσης. Ένα μικρό τμήμα του υλικού φέρει ίχνη καύσης. Διαφορές στη σύνθεση της πανίδας ανάμεσα στα διάφορα κτήρια ίσως απεικονίζει κάποια διαφορά στη λειτουργία τους (Croft 1985).

Τα απανθρακωμένα φυτικά κατάλοιπα στην περιοχή ΙΙ ήταν πολύ πιο άφθονα σε σχέση με την περιοχή Ι. Τα δείγματα προέρχονται από γεμίσματα τάφων, λάκκους, δάπεδα, πλίνθους, και από μια εστία. Βρέθηκε δείγμα από το είδος Neslia paniculata (σινάπι) που είναι κοινό στην Κύπρο, και πολλά δείγματα από την οικογένεια Boraginaceae, της οποίας οι σπόροι είναι πυριτιούχοι και διατηρούνται στα αρχαιολογικά περιβάλλοντα χωρίς απανθράκωση. Μόλυνση με σύγχρονους σπόρους είναι πιθανή. Πρόκειται για τα είδη Buglossoides tenuiflora, B. cf. incrassata /arvensis και Arnebia decumbens, τα οποία αποτελούν ζιζάνια των ασβεστολιθικών εδαφών. Επίσης βρέθηκαν απανθρακωμένοι σπόροι σύκων, βρόμης (Bromus), κάνναβης (Phalaris) και ένα είδος από την οικογένεια Cyperaceae (βούρλα). Αυτό αποδεικνύει και την εγγύτητα γλυκού νερού (Colledge 1985).

Η ποσότητα θαλάσσιων οστρέων από την περιοχή ΙΙ ήταν σχεδόν διπλάσια από αυτή της περιοχής Ι, αλλά τα είδη είναι παρόμοια. Βρέθηκαν και 17 δαγκάνες κάβουρα με ταύτιση τουλάχιστον δυο εδώδιμων ειδών: Carcinus mediterraneus και Eriphia sp. Ένα δόντι καρχαρία μαζί με τμήμα οστού ψαριού προέρχονται από μη στρωματογραφημένη απόθεση. Ένας μικρός κώνος και ένα μεγάλο μελοκίδωνο μάλλον έχουν υποστεί επεξεργασία ως περίαπτα (Ridout Sharpe 1985). Η μεγάλη συχνότητα του μεγαλύτερου είδους χερσαίου σαλιγκαριού (Helix aperta) στις οικίες υποδηλώνει την πιθανή χρήση του ως τροφή. Ο αριθμός των θαλάσσιων οστρέων είναι σχετικά μικρός και φανερώνει ότι δεν αποτελούσαν σημαντικό μέρος της δίαιτας. Γενικά, η παρουσία χερσαίων ειδών ‘ανοικτού περιβάλλοντος’ δείχνει ότι η δασώδης κάλυψη γύρω από τη θέση είχε αποψιλωθεί (Peltenburg 1985).

Η παλυνολογική ανάλυση των αποθέσεων στη Λέμπα δίνει τις χρονολογίες 3500-3000 πΧ για την περιοχή Ι και 3000-2500 πΧ για την περιοχή ΙΙ. Επιβεβαιώνεται η σχεδόν ολική καταστροφή της δασώδους κάλυψης, η οποία ήταν ήδη εξαρχής πολύ φτωχή, αποτελούμενη κυρίως από πεύκα. Τα διαγράμματα γύρης φανερώνουν μια παράλληλη τοπική περίοδο ξηρασίας και τα δημητριακά βεβαιώνουν κάποια γεωργική δραστηριότητα. Όμως, η ξαφνική αφθονία του Thalicrum, ικανό να δηλητηριάσει τη τροφή των ζώων, ίσως συνδέεται με την εγκατάλειψη του οικισμού (Renault-Miskovsky 1985).

Εξαιτίας της διάβρωσης, της διατάραξης του εδάφους και των ρηχών αποθέσεων, πολλοί τάφοι δεν μπορούν να αποδοθούν σε κάποια συγκεκριμένη περίοδο της Λέμπας. Βρέθηκαν 22 τάφοι στην περιοχή Ι και 34 στην περιοχή ΙΙ, καθώς και 14 πιθανοί τάφοι (δεν περιείχαν σκελετικά κατάλοιπα). Οι ταφές γίνονταν γύρω από τα κτήρια, αλλά όχι μέσα σε αυτά, τουλάχιστον ενώ βρίσκονταν σε χρήση. Όλοι οι τάφοι εκτός από έναν ήταν λακκοειδείς, με ορθογώνιο ή ωοειδές περίγραμμα. Μετά την ταφή ο νεκρός σκεπαζόταν με χώμα και μικρές πέτρες ή ο τάφος σφραγιζόταν με πλάκες. Σε 10 περιπτώσεις (9 στην περιοχή ΙΙ), παρουσιάστηκε τέφρα στο γέμισμα του τάφου κυρίως νηπίων και παιδιών. Κάποτε η περιοχή του κρανίου σκεπάζεται με χώμα που διαφέρει αισθητά από το υπόλοιπο γέμισμα (Niklasson 1985 και1991).

Οι τάφοι περιέχουν τα κατάλοιπα 55 ή πιθανώς 57 ατόμων, στην πλειοψηφία τους πολύ νεαρών. Οι πρωτογενείς ταφές κυριαρχούν, όμως 12 περιπτώσεις παρουσιάζουν στοιχεία δευτερογενούς μεταχείρισης των σκελετικών καταλοίπων. Η ταφή 46 είναι η μοναδική που δε σχετίζεται με λάκκο. Το κρανίο ενός παιδιού 4-5 ετών βρέθηκε να στέκεται ξεχωριστά, σε όρθια θέση στο έδαφος χωρίς την παρουσία άλλων σκελετικών καταλοίπων. Όλες σχεδόν οι ταφές ήταν μονές. Ο προσανατολισμός των νεκρών δε φαίνεται να ακολουθούσε κάποιο γενικό κανόνα. Η στάση των νεκρών ήταν συνεσταλμένη ή σύσφιγκτη, και όλοι, εκτός από δυο (26 και 45), κείτονταν στη δεξιά πλευρά τους. Γενικά, ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στο κρανίο και στην κατεύθυνση του προσώπου. Πολλά κρανία δευτερογενών κυρίως ταφών έχουν βρεθεί σχεδόν σε όρθια θέση. Μυλόπετρες βρέθηκαν να σκεπάζουν μέρος των νεκρών σε δυο τάφους (νο18 και 41). Ο ενήλικας του τάφου 53 είχε μία μεγάλη πέτρα στα πόδια του. Μια μικρή ωοειδής κροκάλη είχε ίσως σκοπίμως τοποθετηθεί κάτω από το κρανίο του παιδιού της ταφής 13, και ένας επιμήκης φαλλόσχημος λίθος αναφέρεται στον τάφο 6. Η τέφρα που βρέθηκε σε πολλούς τάφους ίσως υποδεικνύει τελετουργικές πράξεις που συνδέονται με την ταφή (οπ. ανωτ.).

Με εξαίρεση λίγων περιπτώσεων, τα οστά βρέθηκαν σε κακή κατάσταση, εξαιρετικά εύθρυπτα και εύθραυστα. Σε πολλές περιπτώσεις είχαν αποσυντεθεί στο έδαφος. Τα δόντια αν και συνήθως διατηρούνται καλύτερα από τα οστά έφεραν έντονα ίχνη διάβρωσης post mortem. Η επιφάνεια του σμάλτου έγινε πορώδης και καταστράφηκαν κάποια λεπτά επιφανειακά χαρακτηριστικά. Παρατηρήθηκε ότι σε μερικά από τα παιδιά της Λέμπας η ανάπτυξη των δοντιών παρουσιάζει αρκετά σημαντικές αποκλίσεις από τα δεδομένα μέσου όρου που έχουν καταγραφεί στην διεθνή βιβλιογραφία. Από τα δεδομένα της οδοντοφυίας φαίνεται ότι υπήρχαν 31 παιδιά, 14 από την περιοχή Ι και 17 από την περιοχή ΙΙ. Στην περιοχή ΙΙ αναγνωρίσθηκαν από οστά του κρανίου, ένα νεογνό και δύο νήπια ενός έτους περίπου. Σχεδόν τα 25 από τα 34 παιδιά είχαν ηλικία μεταξύ της γέννησης και των 6 ετών. Στο σύνολο παρουσιάζονται 4 έφηβοι και 14 ενήλικες (Lunt 1985).

Η οδοντική φθορά δεν είναι τόσο προχωρημένη όσο θα ήταν αναμενόμενο σε έναν προϊστορικό πληθυσμό (οπ. ανωτ.). Ο Angel (1953) παρατήρησε παρόμοιο φαινόμενο στις νεολιθικές οδοντοστοιχίες της Χοιροκοιτίας. Αντίθετα οι οδοντικές ασθένειες ήταν πιο έντονες στη Λέμπα από ό,τι σε άλλους προϊστορικούς οικισμούς. Οι κάτοικοι όλων των ηλικιών ήταν επιρρεπείς στην τερηδόνα. Σε έναν ενήλικα παρατηρήθηκε οδοντικό απόστημα και τουλάχιστον 5 ενήλικες είχαν χάσει από ένα δόντι το ελάχιστο in vivo. Αυτό οφείλεται είτε σε προχωρημένη τερηδόνα, είτε σε περιοδοντική ασθένεια. Γραμμική υποπλασία (φανερώνει καταστάσεις οργανικού στρες κατά την ηλικία ανάπτυξης των δοντιών) παρατηρήθηκε στα δόντια δυο παιδιών, καθώς και βαθιά βοθρία σε άλλα παιδιά. Γενετική απουσία κάποιων δοντιών επιβεβαιώνεται σε λίγες περιπτώσεις. Μόνο μια περίπτωση έγκλειστου δοντιού παρατηρήθηκε (δηλ. δόντι που αναπτύχθηκε αλλά δεν μπόρεσε να ανατείλει). Επρόκειτο για έναν μόνιμο κοπτήρα και στη θέση του είχε παραμείνει το αντίστοιχο γαλακτόδοντο. Επίσης, υπήρξαν δύο περιπτώσεις αφύσικα μικρών, ΄σφηνόμορφων’ δοντιών. Το ένα από αυτά ήταν κοπτήρας ενώ το άλλο ήταν υπεράριθμο ‘σφηνόμορφο’ δόντι, φαινόμενο πολύ σπάνιο (Lunt 1985).


Κισσόνεργα-Μοσφύλια

Η θέση είναι μεγάλη και η έκτασή της ίσως οφείλεται στην εξάπλωση της εγκατάστασης μέσα στο χρόνο. Έχουν αναγνωρισθεί πέντε περίοδοι δραστηριότητας: Ύστερη Νεολιθική, Πρώιμη, Μέση και Ύστερη Χαλκολιθική, και μεταβατική Πρώιμη Εποχή του Χαλκού. Οι περισσότεροι τάφοι, συμπεριλαμβανομένων όλων των θαλαμοειδών, ανήκουν στην Ύστερη Χαλκολιθική, αλλά δυο ή τρεις ταφές μπορούν να αποδοθούν στην τελευταία περίοδο (Niklasson 1991).

Γενικά, οι τάφοι φαίνεται ότι σκάφτηκαν σε χώρους εγκαταλελειμμένων κτηρίων και μερικές φορές καλύφθηκαν από μεταγενέστερες οικοδομές. Είναι, δε, διαφόρων ειδών. Οι θαλαμοειδείς τάφοι είναι οι πρώτοι που βρέθηκαν σε Χαλκολιθικό αρχαιολογικό σύνολο, και οι πιθανές ταφές σε αγγεία είναι οι μοναδικές στην πρώιμη προϊστορική περίοδο της Κύπρου. Εκτός από λακκοειδείς ταφές, έχουν ανιχνευτεί και ταφές χωρίς συσχετισμό με λάκκο. Στους λάκκους (τουλάχιστον 22) κυριαρχούν οι ταφές παιδιών. Στους πέντε θαλαμοειδείς τάφους βρέθηκαν παιδιά και νεαροί ενήλικες. Δυο άτομα, πιθανώς παιδιά, βρέθηκαν σε σχέση με πήλινα αγγεία. Οι ταφές σε περίπου επτά τάφους είχαν καλυφθεί με λίθους ή λίθινες πλάκες ή μυλόπετρα. Χαρακτηριστικό είναι ότι πάνω από μια ομάδα τάφων (505-507, 511: δυο θαλαμοειδείς και δυο λακκοειδείς) παρατηρήθηκε μια διπλή σειρά από οπές πασσάλων που σχημάτιζαν αψίδα και ίσως αντιστοιχούσαν σε κάποιο είδος ταφικού μνημείου από φθαρτά υλικά (οπ. ανωτ.).


Δεν είχε δοθεί ιδιαίτερη σημασία στον προσανατολισμό των λακκοειδών τάφων. Ο συνολικός αριθμός νεκρών υπολογίζεται σε 40-45 άτομα. Η μέση ηλικία θανάτου για τις γυναίκες ήταν τα 23,4 έτη και για τους άντρες τα 28,3 έτη. Οι ταφές ήταν κυρίως πρωτογενείς και μονές. Οι δευτερογενείς αφορούσαν μόνο σε νεαρά άτομα. Οι νεκροί βρίσκονταν σε συνεσταλμένη στάση και κείτονταν στην δεξιά πλευρά τους. Στον τάφο 505, οι ενήλικες του θαλάμου 1 (πιθανώς ζευγάρι) είχαν τοποθετηθεί σε συμπλεγματική στάση («double-hocker position») (οπ. ανωτ.: 148). Αν και οι περισσότεροι νεκροί δεν είχαν κτερίσματα, από εφτά τάφους παιδιών και ενηλίκων προέρχονται, μεταξύ άλλων κτερισμάτων, κοσμήματα και αντικείμενα καλλωπισμού από όστρεα Dentalia, Mactra stultorum ή Mactra corallina. Για περισσότερες πληροφορίες και νεότερα στοιχεία, βλ. Peltenburg 1991, και Peltenburg and Baxevani 1998 (Web 30/5/2000).


Γενικά συμπεράσματα επί των ταφών στη Νεολιθική και Χαλκολιθική Κύπρο

Παρόλο που ένας υψηλός αριθμός ταφών βρέθηκε μέσα σε οικίες, ιδίως στην Ακεραμεική Νεολιθική, η Niklasson στην διδακτορική διατριβή της (1991) προβάλλει την ιδέα ότι οι ταφές αυτές, όπως στην Χοιροκοιτία, ίσως ποτέ δεν γίνονταν μέσα στα σπίτια των ζωντανών, όπως πιστεύεται. Υποστηρίζει ότι είτε οι ταφές γίνονταν σε φάση εγκατάλειψης των κτισμάτων, είτε ότι κάποια κτήρια προορίζονταν ειδικά για ταφές και τελετουργίες, ίσως σχετικές με τη λατρεία της γονιμότητας (Niklasson 1991: 237).

Όπως συμβαίνει συχνά, συνήθως ο αριθμός των ταφών δεν είναι λογικά αντιπροσωπευτικός του συνολικού υποθετικού πληθυσμού των θέσεων. Η άνιση αντιπροσώπευση των ηλικιών οφείλεται ίσως στην ύπαρξη ταφών που δεν έχουν αποκαλυφθεί, στην κακή περιβαλλοντική διατήρηση σκελετικών καταλοίπων, ή ακόμα και στο ότι κάποια άτομα ή ηλικιακές ομάδες είχαν μετά θάνατο τέτοια μεταχείριση που να μην αφήνει αρχαιολογικά ίχνη. Παρατηρείται έμφαση στο κρανίο, και αναφέρονται πιθανώς ακρωτηριασμένα και αποκεφαλισμένα άτομα, πχ. στη Χοιροκοιτία και στη Λέμπα (βλ. ανωτ. στο κείμενο).

Σε όλη την Πρώιμη Κύπρο εφαρμοζόταν μόνο ο ενταφιασμός και κυριαρχούσαν οι πρωτογενείς ταφές. Ο απλός λακκοειδής τάφος ήταν ο πιο συνήθης. Αν και οι μονές ταφές φαίνεται να υπερισχύουν, παρατηρούνται συχνά πολλαπλές ταφές, σύγχρονες και διαδοχικές. Δεν υπήρχε γενικός κανόνας προσανατολισμού των ταφών. Σε όλες τις περιόδους κυριαρχούσε η συνεσταλμένη στάση των νεκρών, οι οποίοι κείτονταν στην δεξιά πλευρά τους. Θέση με τον κορμό πρηνηδόν και τα πόδια λυγισμένα, όπως παρατηρείται στη Χοιροκοιτία, ίσως σχετίζεται με ανθρωποθυσίες (βλ. ανωτ. στο κείμενο, και Niklasson 1991: 239).

Ήδη από τη Χοιροκοιτία και σε πολλές άλλες θέσεις παρατηρείται το έθιμο τοποθέτησης μιας βαριάς πέτρας ή μυλόπετρας ή ακόμη και πολλών μικρότερων λίθων στο κεφάλι ή /και στο σώμα του νεκρού (βλ. ανωτ. στο κείμενο). Το χαρακτηριστικό αυτό σε συνδυασμό με εθνολογικά παραδείγματα συνηγορεί στην άποψη ύπαρξης νεκροφοβίας (Ορφανίδη-Γεωργιάδη 1987).


Λίγα σχόλια επί των Προϊστορικών Κυπριακών κρανίων

Η μελέτη των ανθρωπίνων κρανίων μας δίνει πληροφορίες σχετικά με το φύλο, την ηλικία θανάτου, τον αριθμό των δοντιών (δόντια που χάθηκαν intra vitam και post mortem), την κρανιακή παραμόρφωση, και για μια σειρά ασθενειών των δοντιών και των οστών: περιοδοντικές παθήσεις, τερηδόνα, πέτρα, υποπλασία του σμάλτου, βαθμός φθοράς δοντιών, οστεοπόρωση, αναιμία, όγκοι, τραύματα, και γενετικές ανωμαλίες. Όλα αυτά τα δεδομένα δίνουν την εικόνα της υγείας του ατόμου στην καθημερινή του ζωή. Επίσης, η οδοντική ανάλυση και η μελέτη των επιγενετικών χαρακτηριστικών μπορούν να οδηγήσουν στον εντοπισμό οικογενειακών και φυλετικών δεσμών (Fischer 1986). Η παρουσία πχ. της μετωπικής ραφής σε Κυπριακά κρανία ενηλίκων μπορεί να αποδοθεί σε παθολογική κατάσταση (κακή διατροφή ή εγκυμοσύνη κατά την εφηβεία, για τις γυναίκες), αλλά και σε γενετικά οικογενειακά ή φυλετικά χαρακτηριστικά (οπ. ανωτ. : 79, fig. 82, 83).

H παραμόρφωση ορισμένων κρανίων από ταφές στην Κύπρο είναι ινιακού/ μετωπικο-ινιακού τύπου. Η τεχνική αυτή πιθανώς συνδέεται με αντιλήψεις της εποχής περί καλλωπισμού ή με συγκεκριμένες κοινωνικές βαθμίδες (οπ. ανωτ. και βλ. ανωτ. στο κείμενο). Έχει παρατηρηθεί, δε, και σε άλλες πολιτισμικές ομάδες. Για παράδειγμα, την πρακτική εφήρμοζαν και στο «Νέο Κόσμο» οι Maya (Verut 1973).

-------------------------

Σημείωση:Οφείλω ευχαριστίες στις Καθηγήτριες Αρχαιολογίας του Παν/μιου Αθηνών: κα Ελένη Μαντζουράνη και κα Λίλιαν Καραλή.

photo © P. Dikaios (1953), K. Niklasson (1991)

-------------------------

Page copy protected against web site content infringement by Copyscape


Περιβαλλοντικά κατάλοιπα και ταφές από τη Νεολιθική και Χαλκολιθική Κύπρο -
Βιβλιογραφία

1. Angel L.J. (1953) The Human remains from Khirokitia in Dikaios P. Khirokitia: Final report on the excavation of a Neolithic settlement in Cyprus on behalf of the Department of Antiquities, 1936-1946, Oxford, 416-430

2. Angel L.J. (1961) Neolithic Crania from Sotira in Dikaios P. Sotira, Philadelphia, 223-229

3. Bolger D. (1988) Erimi Pamboula, a Chalcolithic Settlement in Cyprus, BAR International Series 443

4. Colledge S. (1985) The Plant Remains in Peltenburg E.J. Lemba archaeological project Vol.1, Excavations at Lemba Lakkous 1976-1983, Studies in Mediterranean Archaeology Vol. LXX:1, Goteborg, 101-102, 209-211, 297-298

5. Croft P. (1985) The Mammalian Fauna in Peltenburg E.J. Lemba archaeological project Vol.1, Excavations at Lemba Lakkous 1976-1983, Studies in Mediterranean Archaeology Vol. LXX:1, Goteborg, 98-100, 202-208, 295-296

6. Cutler D.F. (1982) Charcoal and Silica in Peltenburg E.J. Vrysi: a subterranean settlement in Cyprus; excavation at Prehistoric Ayios Epiktitos Vrysi, 1969-1973, Warminster, 453-454

7. Dance S.P. (1961) The Shells in Dikaios P. Sotira, Philadelphia, 237-238

8. Davis S.J.M. (1984) Khirokitia and its mammal remains, A Neolithic Noah’s Ark in Le Brun A. Fouilles recentes a Khirokitia (Chypre)1977-1981, Tome I: Texte, Paris, 147-162

9. Davis S.J.M. (1989) Some more animal remains from the Aceramic neolithic of Cyprus in Le Brun A. Fouilles recentes a Khirokitia (Chypre) 1983-1986, Paris, 189-210

10. Demetropoulos A. (1984) Marine molluscs, land snails, etc. in Le Brun A. Fouilles recentes a Khirokitia (Chypre)1977-1981, Tome I: Texte, Paris, 169-182

11. Desse J. (1984) L’ichthyofaune du site neolithique de Khirokitia (Chypre) in Le Brun A. Fouilles recentes a Khirokitia (Chypre)1977-1981, Tome I: Texte, Paris, 167-168

12. Desse J. and Desse- Berset (1989) Les poissons de Khirokitia (campagnes 1983, 1984 et 1986) in Le Brun A. Fouilles recentes a Khirokitia (Chypre) 1983-1986, Paris, 223-233

13. Dikaios P. (1953) Khirokitia: Final report on the excavation of a Neolithic settlement in Cyprus on behalf of the Department of Antiquities, 1936-1946, Oxford

14. Dikaios P. (1961) Sotira, Philadelphia

15. Dikaios P. and Stewart J.R. (1962) The Swedish Cyprus Expedition: finds and results of the excavations in Cyprus 1927-1931. Vol. IV Part 1A, The Stone Age and the Early Bronze Age in Cyprus, Lund

16. Ducos P. (1981) Notes sur les grands Mammiferes du Cap Andreas-Kastros in Le Brun A. Un site neolithique preceramique en Chypre: Cap Andreas-Kastros, Paris, 89

17. Εκδοτική Αθηνών (publishers) (1991) Zωολογία, Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια Τόμος 11, Αθήνα

18. Fischer P.M. (1986) Prehistoric Cypriot Skulls, A medico-anthropological, archaeological and micro-analytical investigation, Studies in Mediterranean Archaeology Vol. LXXV, Goteborg

19. Garnier J. (1981) Les poissons du Cap Andreas-Kastros in Le Brun A. Un site neolithique preceramique en Chypre: Cap Andreas-Kastros, Paris, 93-94

20. Gomez B, Hansen J. and Wagstaff J.M. (1987) The Vasilikos Valley in Todd I.A. Vasilikos Valley project 6: Excavations at Kalavassos-Tenta I, Studies in Mediterranean Archaeology Vol. LXX1:6, Goteborg, 3-10

21. Hansen J. (1989) Khirokitia Plant remains: preliminary report (1980-1981, 1983) in Le Brun A. Fouilles recentes a Khirokitia (Chypre) 1983-1986, Paris, 235-250

22. Helmer D. (1981) Les rongeurs du Cap Andreas-Castros in Le Brun A. Un site neolithique preceramique en Chypre: Cap Andreas-Kastros, Paris, 91

23. Hunt S.D. (ed.) (1990) Footprints in Cyprus: an illustrated history (rev. ed.), London

24. Καραλή Λ. (1994) Λεξικό Αρχαιολογικών-Περιβαλλοντικών όρων με εισαγωγή στην Ιστορία της Αρχαιολογίας, Αθήνα

25. Καραλή Λ. (1998) Λεξικό Αρχαιολογικών-Περιβαλλοντικών όρων (2nd rev. ed.) Αθήνα

26. King J.E. (1953) Mammal bones from Khirokitia and Erimi in Dikaios P. Khirokitia: Final report on the excavation of a Neolithic settlement in Cyprus on behalf of the Department of Antiquities, 1936-1946, Oxford, 431-437

27. Kyllo M. (1982) The botanical remains in Peltenburg E.J. Vrysi: a subterranean settlement in Cyprus; excavation at Prehistoric Ayios Epiktitos Vrysi, 1969-1973, Warminster, 90-93, 415-436

28. Le Brun A. (1981) Un site neolithique preceramique en Chypre: Cap Andreas-Kastros, Paris

29. Le Brun A. (1984a) Fouilles recentes a Khirokitia (Chypre)1977-1981, Tome I: Texte, Paris

30. Le Brun A. (1984b) Fouilles recentes a Khirokitia (Chypre)1977-1981, Tome II: Illustrations, Paris

31. Le Brun A. (1989) Fouilles recentes a Khirokitia (Chypre) 1983-1986, Paris

32. Legge A. J. (1982) Ayios Epiktitos: the recent farming economy / the vertebrate fauna/ Antlers, worked antler, and bone tools/ Flotation samples in Peltenburg E.J. Vrysi: a subterranean settlement in Cyprus; excavation at Prehistoric Ayios Epiktitos Vrysi, 1969-1973, Warminster, 14-20, 76-90, 401-414

33. Lunt D.A. (1985) Report on the Human Dentitions in Peltenburg E.J. Lemba archaeological project Vol.1, Excavations at Lemba Lakkous 1976-1983, Studies in Mediterranean Archaeology Vol. LXX:1, Goteborg, 54-58,150-153, 245-249

34. Magenta ltd. (1995-96) Polylexicon, CD-Rom version 2.3. ©

35. Μαντζουράνη Ε. (1994α) Έκθεση αποτελεσμάτων της ανασκαφής στη θέση Καντού-Κουφόβουνος, Επιστημονική Επετηρίδα του Τμήματος Αρχαιοτήτων, Κύπρος

36. Μαντζουράνη Ε. (1994β) Το Ανθρωπόμορφο ειδώλιο από το Νεολιθικό οικισμό Καντού-Κουφόβουνος, Επιστημονική Επετηρίδα του Τμήματος Αρχαιοτήτων, Κύπρος

37. Μαντζουράνη Ε. (1997) Ταφικές Πρακτικές στους νησιωτικούς οικισμούς του Αιγαίου και στην Κύπρο στα Νεολιθικά Χρόνια: Συγκριτική θεώρηση in Τμήμα Αρχαιοτήτων Κύπρου. Η Κύπρος και το Αιγαίο στην Αρχαιότητα, Λευκωσία

38. Miller N.F. (1984) Some plant remains from Khirokitia, Cyprus: 1977 and 1978 excavations in Le Brun A. Fouilles recentes a Khirokitia (Chypre)1977-1981, Tome I: Texte, Paris, 183-188

39. Niklasson K. (1985) The graves in Peltenburg E.J. Lemba archaeological project Vol.1, Excavations at Lemba Lakkous 1976-1983, Studies in Mediterranean Archaeology Vol. LXX:1, Goteborg, 43-53,134-149, 241-245

40. Niklasson K. (1991) Early Prehistoric Burials in Cyprus, Studies in Mediterranean Archaeology Vol. XCVI, Jonsered

41. Ορφανίδη - Γεωργιάδη Λ. (1987) Τα ταφικά έθιμα στη Νεολιθική Κύπρο, Αρχαιολογία 23, 12-18

42. Peltenburg E.J. (1982) Vrysi: a subterranean settlement in Cyprus; excavation at Prehistoric Ayios Epiktitos Vrysi, 1969-1973, Warminster

43. Peltenburg E.J. (1985) Lemba archaeological project Vol.1, Excavations at Lemba Lakkous 1976-1983, Studies in Mediterranean Archaeology Vol. LXX:1, Goteborg

44. Peltenburg E.J. (1990) Palaeolithic to Late Bronze Ages in Hunt S.D. (ed.) Footprints in Cyprus: an illustrated history (rev. ed.), London

45. Peltenburg E.J. (1991) Lemba archaeological project. Vol.2 Pt.2, A ceremonial area at Kissonegra, Studies in Mediterranean Archaeology Vol. 70:3, Goteborg

46. Peltenburg E.J. and Baxevani E. (1998) Lemba archaeological project Vol. 2. 1A, Excavations at Kissonerga-Mosphilia 1979-1992, Studies in Mediterranean Archaeology Vol. 70:2, Jonsered

47. Pichon J. (1984) Les oiseaux du site de Khirokitia in Le Brun A. Fouilles recentes a Khirokitia (Chypre)1977-1981, Tome I: Texte, Paris, 163-165

48. Renault-Miskovsky J. (1985) Palynologie in Peltenburg E.J. Lemba archaeological project Vol.1, Excavations at Lemba Lakkous 1976-1983, Studies in Mediterranean Archaeology Vol. LXX:1, Goteborg, 306-311

49. Renault-Miskovsky J. (1989) Etude Paleobotanique, Paleoclimatique et Palethnographique du site neolithique de Khirokitia a Chypre: Apport de la Palynologie in Le Brun A. Fouilles recentes a Khirokitia (Chypre) 1983-1986, Paris, 251-263

50. Ridout J.S. (1982) The Mollusca in Peltenburg E.J. Vrysi: a subterranean settlement in Cyprus; excavation at Prehistoric Ayios Epiktitos Vrysi, 1969-1973, Warminster, 93-95, 437-452

51. Ridout Sharpe J.S. (1985) The Mollusca in Peltenburg E.J. Lemba archaeological project Vol.1, Excavations at Lemba Lakkous 1976-1983, Studies in Mediterranean Archaeology Vol. LXX:1, Goteborg, 103-106, 212-216, 298-305

52. Simmons A.H. and Reese D.S. (1993) Hippo Hunters of Akrotiri, Archaeology Vol. 46 (5), 40-43

53. Soliveres O. M. (1981) Etude des cranes du Cap Andreas-Kastros in Le Brun A. Un site neolithique preceramique en Chypre: Cap Andreas-Kastros, Paris, 83-87

54. Todd I.A. (1985) Excavations in the Vasilikos Valley in Karageorghis V. (ed.) Archaeology in Cyprus 1960-1985, Nicosia, 81-91

55. Todd I.A. (1986) The foreign relations of Cyprus in the Neolithic / Chalcolithic Periods: New evidence from the Vasilikos Valley in Karageorghis V. (ed.) Acts of the International Archaeological Symposium, Cyprus between the Orient and Occident, Nicosia, 12-28

56. Todd I.A. (1987) Vasilikos Valley project 6: Excavations at Kalavassos-Tenta I, Studies in Mediterranean Archaeology Vol. LXX1:6, Goteborg

57. Τσαλίκη Α. (1996) Το Περιβαλλοντικό Υλικό από Νεολιθικές και Χαλκολιθικές Θέσεις στην Κύπρο, με έμφαση στις Ταφές, Πτυχιακή εργασία, Αθήνα (αντίγραφο στο Αρχαιολογικό Σπουδαστήριο του Παν/μιου Αθηνών).

58. Τσιραμπίδης Α. (1986) Γεωλογια, με πεντάγλωσσο λεξικό γεωλογικών όρων, Θεσσαλονίκη

59. Van Zeist W. (1981) Plant remains from Cape Andreas-Kastros (Cyprus) in Le Brun A. Un site neolithique preceramique en Chypre: Cap Andreas-Kastros, Paris, 95-99

60. Verut D. (1973) Precolombian Dermatology and Cosmetology in Mexico, USA

61. Web: http://catalogue.lib.ed.ac.uk/ στις 30/5/2000

62. Wilkins G. L. (1953) Shells from Khirokitia and Erimi in Dikaios P. Khirokitia: Final report on the excavation of a Neolithic settlement in Cyprus on behalf of the Department of Antiquities, 1936-1946, Oxford, 438-440

63. Xenophontos K. (1985) Environment and Resources in Peltenburg E.J. Lemba archaeological project Vol.1, Excavations at Lemba Lakkous 1976-1983, Studies in Mediterranean Archaeology Vol. LXX:1, Goteborg, 6-8

64. Zeuner F.E. and Grosvenor Ellis A. (1961) Animal Bones in Dikaios P. Sotira, Philadelphia, 235-236


Page copy protected against web site content infringement by Copyscape
Guarded by 
Plagiarisma.Net